«ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ»
Η Ιωάννα Παπαντωνίου (Ίδρυμα Βασίλη Παπαντωνίου)
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΑΥΤΟΝ στο περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» (Χρονιά Β΄, Φεβρουάριος 1928, Τεύχος 30, σελ. 85-88) σε μικρό αφιέρωμα στον Ίωνα Δραγούμη. Είναι απόσπασμα από τα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη που τιτλοδοτήθηκε και διαμορφώθηκε προς δημοσίευση από τον Φίλιππο Στ. Δραγούμη. Αφορά την εγγραφή Ιουνίου 14 του 1903 (σελ. 211-213 του τόμου Ίωνος Δραγούμη, «Θα ζήσω καίοντας τον εαυτό μου»-Τα αδημοσίευτα Τετράδια, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχόλια-Επίμετρο Νώντας Τσίγκας, εκδόσεις Πατάκη 2025). Το χωριό στο οποίο αναφέρεται ο Δραγούμης (στο Τετράδιο κατονομάζεται) είναι το Λάφτσι/Lavci, πολύ κοντά στο Μοναστήρι. Σήμερα ανήκει στη Βόρεια Μακεδονία.
ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ
Στὴν ἀρχὴ τοῦ καλοκαιριοῦ μὲ βαρειά συννεφιὰ ἀνέβαινα μὲ τὸ Βασίλη σ’ ἕνα χωριό τοῦ Περιστεριού. Πηγαίναμε νὰ δοῦμε τὴν κόρη τοῦ προεστοῦ, ποὺ τώρα καὶ τρία χρόνια τὸν εἴχανε σφάξει Βούλγαροι. Κι αὐτὴν ὀρφανὴ τὴν εἴχανε πάρει στὸ Μοναστήρι οἱ δικοί μας νὰ τὴ σπουδάσουν. Τώρα γύρισε στὸ χωριό, γιατὶ εἶχαν τελειώσει τὰ μαθήματα. Ἦτανε πρῶτα κρυμμένο ἀπὸ τὰ χωματένια βουναλάκια τὸ χωριό. Ἔξαφνα φάνηκε ἀνάμεσα στοὺς ὄχτους τῆς ρεματιᾶς ἄσπρο σὰν μαργαριτάρι μέσα ἀπὸ τὴ μαργαριταρόριζα, καὶ γύρω τριγύρω φούντωναν τὰ δέντρα, καστανιές, ὀξυὲς καὶ ἄλλα. Περάσαμε ἀπὸ ἕνα καταπράσινο λειβάδι, τριγυρισμένο κι αὐτὸ ἀπὸ δέντρα καὶ χαμόδεντρα. Μιὰν ἀχτίδα ἥλιου ἄναψε μονομιᾶς τὸ λειβάδι κι ἄστραψαν τὰ κάτασπρα πρόβατα ἑνὸς κοπαδιοῦ ποὺ ἔβοσκε. Τὸ βοσκόπουλο μὲ ξεσχισμένα ροῦχα φύλαγε ὁλόρθο καὶ μᾶς κοίταζε ποὺ περνούσαμε. Ἔπειτα ἔσβησε τὸ φῶς, σκοτείνιασεν ὅλος ὁ οὐρανὸς καί, μόλις ζυγώσαμε στὸ χωριό, ἄστραψε καὶ βρόντησε, κ’ ἡ βροχὴ ἀπὸ τὸν κάμπο μᾶς ἔφτασε καὶ μᾶς ραντίζει τώρα μὲ ζεστές μεγάλες σταλαγματιές. Σὲ λίγο ἔπεφτε ποτάμι ἡ βροχὴ καὶ χωθήκαμε στὸ καπηλειό.
Στοὺς χοντροκαμωμένους ξυλένιους πάγκους ἦταν καθισμένοι τέσσερεις χωριανοί. Πιάσαμε ὁμιλίες κι ἀπὸ λόγο σὲ λόγο τοὺς εἴπαμε γιατὶ ἤλθαμε κ’ ἔστειλαν τὸν κάπηλα καὶ φώναξε τὸ κοριτσάκι. Χαμογέλασε ἅμα μᾶς εἶδε. Φοροῦσε πάλι τὰ χωριάτικά της ροῦχα καὶ μᾶς εἶπε:
«Ξαναφόρεσα τὰ ροῦχα τοῦτα, γιατὶ τὰ σκυλιὰ δὲ μὲ γνώριζαν μὲ τ’ ἄλλα στὸ χωριὸ καὶ μὲ γάβγιζαν».
«Λοιπὸν τὰ σκυλιὰ σὲ ἀνάγκασαν καὶ ξανάγινες χωριάτισσα;»
Ἡ Ἑλένη γελοῦσε κ’ ἔκρυβε ντροπαλὰ τὸ πρόσωπό της μὲ τὴν ἀπαλάμη. Ἕνας χωριάτης, ὁ θεῖος της, εἶπε: «Στὸ χωριὸ δὲ θαὔρης ἄλλη καμιὰ νὰ ξέρη τόσα γράμματα».
Καὶ ἡ Ἑλένη περήφανη πρόσθεσε: «Τώρα ὅλες γυρεύουν νὰ τὰ μάθουν σὰν καὶ μένα».
Μᾶς ἔφεραν ρακί. Ἡ Ἑλένη βγῆκε ἔξω, ἔτρεξε καὶ σὲ λίγο ξαναγύρισε μ’ ἕνα πανεράκι γεμάτο κεράσια δροσισμένα ἀπὸ τὴ βροχή. Οὔτε πολὺ μεγάλα, οὔτε πολύ γινωμένα, οὔτε νόστιμα ἦταν τὰ κεράσια ἐκεῖνα, καὶ μᾶς εἶπε ἡ Ἑλένη:
«Ἐγὼ τὰ καλὰ κεράσια δὲν τὰ πρόφτασα, ἤμουν στὸ σκολειὸ στὸ Μοναστήρι». Καὶ τῆς ἀποκρίθηκα:
«Βλέπεις τὶ εἶχαν οἱ ἄλλες ποὺ σὺ δὲν τὸ εἶχες; Τώρα τὶς ζηλεύεις ἐκεῖνες, ὅπως ἐκεῖνες σὲ ζηλεύουν ἐσένα γιὰ τὰ γράμματα ποὺ ξέρεις καὶ δὲν ξέρουν». Ἡ Ἑλένη πάλι γέλασε σὰν πρῶτα.
Εἶχε πάψει ἡ βροχή. Σηκωθήκαμε καὶ πήγαμε κατὰ τὸ σχολειὸ στὸν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησιᾶς. Ὁ δάσκαλος ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά, γιατὶ ἤτανε Σάββατο καὶ εἶχε ψάλει τὸν ἑσπερινό. Ἡ Ἑλένη μᾶς ἔδειξε τὸ δρόμο, ἀνεβήκαμε μιὰ σκάλα ξυλένια και μπήκαμε στο σκολειό. Ἦταν ὅλο μιὰ κάμαρα μεγάλη, μακρουλή, χαμηλοτάβανη με παλιωμέτους χάρτες στοὺς τοίχους καὶ λερωμένα θρανία.
Εἶδα πὼς δὲν εἶχε κεντήματα στὰ μανίκια της ἡ Ἑλένη, ὅπως ἔχουν ὅλες οἱ χωριάτισσες σὲ κεῖνα τὰ μέρη. Τὴ ρώτησα γιατὶ καὶ ἀποκρίθηκε. «Ὁ θεῖος μοῦ εἶπε νὰ μὴ φορῶ κεντήματα». Ἔστρεψα πρὸς τὸ θεῖο καὶ τὸν κοίταξα. Κάτι ὑποψιάστηκα. Τὸ κατάλαβε καὶ εἶπε: «Ἔτσι βγῆκε μιὰν ἀπόφαση στὸ χωριὸ νὰ μὴ φοροῦν πιὰ κεντίδια οἱ γυναῖκες».
«Καὶ πῶς σᾶς κατέβηκε αὐτὴ ἡ γνώμη; Μήπως τὸ κομιτάτο, τίποτε;...»
«Ὄχι δά, τὸ χωριό, τὸ χωριό τ’ ἀποφάσισε μονάχο του.»
Δὲν πίστεψα τὰ λόγια του, ὡς τόσο γύρισα καὶ ρώτησα τὸ δάσκαλο :
«Πόσα παιδιὰ ἔρχονται, δάσκαλε, στὸ σκολειό;»
«Τώρα εἶναι ἑξῆντα ὀχτὼ μὲ τὰ κορίτσια.»
«Κι ὅλα σὲ τούτην τὴν κάμαρη;»
«Ναί, δὲν ἔχει παρμένη δασκάλα τὸ χωριὸ καὶ τὰ κορίτσια μαζὶ μὲ τ’ ἀγόρια τὰ μαθαίνω ἐγὼ γράμματα.
«Καλὰ κάνεις.»
«Τώρα τελευταία μάλιστα ἔρχονται σωρὸς τὰ κορίτσια. Κοντεύουν νὰ περάσουν τ’ ἀγόρια.»
«Πρῶτα δὲν ἤρχονταν;»
«Ὄχι, εἶναι δυὸ βδομάδες τώρα που ἔρχονται.»
«Καὶ γιατί;»
«Πρὶν εἶχαν τὰ κεντήματα στὸ σπίτι. Τώρα που δὲν κεντοῦν πιά, ὅλα μαζεύονται στο σκολειό.»
«Ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἀφήνει τὸ κομιτάτο νὰ φοροῦν κεντημένα ρούχα;»
Ὁ δάσκαλος ἔριξε μια ματιά στοὺς χωριανοὺς καὶ δὲν εἶπε τίποτε. Ὁ Βασίλης γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:
«Ὁ τελευταῖος νόμος ἐναντίον τῆς πολυτέλειας». Κατεβαίνοντας τὴν ξυλένια σκάλα (ἀπορῶ πὼς δὲν σκοτώνονται τὰ παιδάκια ἀνεβοκατεβαίνοντάς την ὅλη μέρα) εἶπα σιγὰ τοῦ Βασίλη «Τὸ βουλγάρικο κομιτάτο ὑποστηρίζει τὴν ἑλληνική παιδεία. Πρόσεξε μὴν τὸ πεῖς κανενὸς καὶ τὸ μάθουν οἱ Βούλγαροι. Ἀπαγορεύει τὰ κεντήματα, καὶ τὰ κορίτσια, μὴν ἔχοντας τὶ νὰ κάμουν σπίτι τους, ἔρχονται στὸ σχολειὸ καὶ μαθαίνουν καλλίτερα τὰ ἑλληνικά. Μὴν τὸ πῆς σὲ κανένα». Καὶ εἶπα τῶν χωριανῶν ποὺ μᾶς ἀκολουθοῦσαν: «Γιατὶ δὲν ἀφήνετε τὰ κορίτσια σας νὰ κεντοῦν; Ἔχουν καὶ γιὰ τὸ σκολειό καιρὸ καὶ γιὰ τὸ κέντημα. Ἂς μὴ φοροῦν τὶς καθημερινὲς τὰ κεντημένα τους ροῦχα, μὰ γιατὶ νὰ ξεχάσουνε μιὰ τέχνη ποὺ τὴν ἔμαθαν; Μεῖς κοιτάζομε πῶς καὶ πῶς νὰ μάθωμε ὁ καθένας μας κάτι περισσότερο κάθε μέρα καὶ σεῖς πασκίζετε νὰ ξεχάσετε καὶ κεῖνα ποὺ ξέρετε; Στ’ ἄλλα σκολειά, στὲς πολιτείες, φέρνουν ἐπίτηδες καὶ πληρώνουνε δασκάλες γιὰ νὰ μαθαίνουν τὰ κορίτσια κέντημα καὶ σεῖς ξεμαθαίνετε τὲς θυγατέρες σας τὴν τέχνη αὐτήν, που ἀπὸ τὸ σπίτι τους τὴν ἔμαθαν κοντὰ στὶς μητέρες τους;»
Κανεὶς δὲν ἀποκρίθηκε.
Στὸ μεσοχώρι τοὺς ἀποχαιρετήσαμε, μονάχα ἕνας μᾶς ἔβγαλε ὡς ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ γιὰ περιποίηση, καὶ ἐκεῖ μᾶς ἄφησε κι αυτός. Καθώς κατεβαίναμε πρὸς τὴ χώρα, ἀνέβαιναν οἱ χωριανὲς ἀπὸ τὰ χωράφια.
«Καλησπέρα. Πότε τελειώνει ὁ θέρος;»
Ἀποκρίθηκε μιά:
«Τρεῖς μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο ἀκόμα θὰ δουλεύωμε.»
Ἡ γυναίκα αὐτὴ φοροῦσε κατακουρελιασμένα ροῦχα. Παρακάτω ἀπαντήσαμε νιὲς κοπέλες ξυπόλυτες, ἀσπροντυμένες, ποὺ ἀνέβαιναν γοργά, γυρίζοντας κι αὐτὲς ἀπὸ τὴ δουλειά. Δὲν εἴχανε μαζί τους καμιὰ γριά γυναῖκα, καθὼς εἶναι τὸ συνήθιο, καὶ ἐπειδή, ἀνήξεροι, τὶς εἴπαμε «Καλησπέρα», γελοῦσαν ἀφοῦ περάσαμε.
Τὸ χῶμα μύριζε κι ὁ ἀέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὴ βροχή που είχε πέσει.
1907 ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ


%20%CE%91%CE%99%CE%98%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%91%20%CE%9C.%20%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%93%CE%9D%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%9A%CE%97%20Live%20Stream%20-%20YouTube.png)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.