«τὸ ακριβότερο αιμα πού είχε ὁ Ελληνισμός»

 

  

 

 

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ του  Θ. Δ. Φραγκόπουλου δημοσιεύτηκε στη Καθημερινή, σε δυο συνέχειες, τον Νοέμβριο του 1977. Προτιμώ να μένουμε στην ουσία του λόγου του ωστόσο απλώς σχολιάζω -κάποτε διορθώνοντας- μερικές λεπτομέρειες όταν φαίνεται πως οι πληροφορίες και ο απόηχος της παιδικής μνημης  που είχε αποκομίσει ο συντάκτης του κειμένου παραμορφώνουν κάπως τα πραγματικά γεγονότα. 

 

ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ ΤΗΣ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» (1977)

 

Καζαντζάκης καὶ Δραγούμης

 

Τοῦ  Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ*

 


Α΄ (9.11.1977)

Μέσα στὸν ἑορτασμό τῆς ἐπετείου τῶν εἴκοσι χρόνων ἀπό τὸν θάνατο τοῦ Νίκου Καζαντζάκη —ν εναι θεμιτό κανείς νὰ γιορτάζει μιὰ τέτοια θλιβερή ἐπέτειο εἶναι ἄλλο πράγμα— θὰ ἤθελα νὰ μοῦ πιτραπεῖ νὰ προσφέρω μιὰ μαρτυρία γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς βασικές ἐπιρροές ποὺ ἀσκήθηκαν πάνω στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ συγγραφέα τῆς «Ἀσκητικῆς», καὶ ποὺ, ἀπό ὅ,τι βλέπω, ἔχει παρασιωπηθεῖ ὄχι μόνο ἀπό τὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα, λλά καί πὸ τοὺς μελετητές τοῦ ἔργου του.[1] Πρόκειται γιὰ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, τοῦ Ἴδα, τόσο σὰν πνευματικῆς προσωπικότητας, ὅσο καὶ σὰν, κπρόσωπου τῆς «Μεγάλης Ἰδέας» στὰ χρόνια ἐκεῖνα ποὺ εἴδανε τὴν τραγική διάψευση αὐτῆς τῆς ἰδεολογίας.

           Μάταια, πράγματι, θὰ ἐπιχειρήσει κανείς νὰ βρεῖ, στὶς μαρτυρίες γιὰ τὴ ζωή τοῦ Νίκου Καζαντζάκη, ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις γιὰ τὸν θαυμασμό ποὺ ἔτρεφε ὁ Κρητικός στὸν μεγάλο Μακεδόνα. Μερικές πλάγιες —κι ὄχι πάντα ἐγκωμιαστικές — νύξεις στὴν «Ἀναφορά στὸν Γκρέκο»[2] τὴν αὐτοβιογραφία τοῦ Καζαντζάκη, μιὰ βιαστική πινελιά στὸ βιβλίο τῆς Ἔλλης Ἀλεξίου «Γιὰ νὰ γίνει Μεγάλος» ὀρισμένες μνεῖες στὴν ἀλληλογραφία του. Γιά τοῦτο θεωρῶ ὑποχρέωσή μου νὰ ἀναφέρω ὅ,τι τυχαίνει νὰ ἔχω ἀποθησαυρίσει, πό παιδικές μνῆμες, μέσα μου, γιὰ τούτη τὴ σχέση. Ξέρω ἀπό αὐτές τὶς ἀποθησαυρίσεις μου, πὼς ἡ φιλία τοῦ Καζαντζάκη μὲ τὸν Δραγούμη ἦταν καὶ στενή καὶ βαθιά, καὶ πώς ὁ Ἴδας ἄσκησε ἀποφασιστική ἐπιρροή στὸν Καζαντζάκη, πρῶτα μὲ τὴ ζωή καὶ τὴ στάση του, θερμαίνοντας τὸν αἰσιόδοξο, νιτσεϊστικό στὴ σύλληψή του πατριωτισμό του, στὴν πρώτη περίοδο τῆς ζωής του, καί ὕστερα, μὲ τὸν ἄδικο θάνατό του, στὴ μεταστροφή τοῦ Καζαντζάκη πρὸς ἕναν πεσσιμιστικό διεθνισμό.

****

         Ἡ οἰκογένειά μου ἔτυχε νἄχει στενές σχέσεις μὲ τὸν Καζαντζάκη. Ὁ ἀδελφός τῆς μητέρας μου, ὁ Κερκυραίος πεζογράφος Ντῖνος Θεοτόκης, διατηροῦσε σοβαρό συναισθηματικό δεσμό μὲ τὴν Γαλάτεια, καὶ ὁ Νίκος Καζαντζάκης ἤτανε, στὰ 1919\1920, ταχτικός ἐπισκέπτης τοῦ σπιτιοῦ μας στὴν ὁδό Ἠρακλείτου· ὁ ἴδιος ἔμενε λίγο πιο πάνω, στὴν ὁδό Ἀναγνωστοπούλου, τότε. Ὁ πατέρας μου, παυμένος δικαστικός κείνη τὴν ἐποχή ἐξ αἰτίας τῶν βασιλικῶν του φρονημάτων, βρισκόταν σὲ στενή ἐπαφή μὲ τὸν Ἴωνα Δραγούμη, ποὺ μόλις εἶχε γυρίσει ἀπό τὴν ἐξορία του. Στὸ σπίτι μας σχετίσθηκε, ὁ Καζαντζάκης μὲ τὸν Δραγούμη, ἂν καὶ τὸν ἤξερε ἀπὸ πρίν, ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀγώνων τοῦ δημοτικισμοῦ, τὴν ἐποχή τοῦ συλλόγου «Ὁ Σολωμός» στὸ Ἠράκλειο καὶ τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου» στὴν Ἀθήνα, ποὺ ὁ Καζαντζάκης εἶχε χρηματίσει καὶ γραμματέας. στόσο, στενή σχέση αναπτύχθηκε ἀνάμεσα στους δυό ἄντρες μόνο μετά τὸ 1919.[3]

         Θὰ μποροῦσε κανείς νὰ πεῖ πώς ὁ Ἴων Δραγούμης ἀποτελοῦσε ἕνα πρότυπο βίου, ἕνα ἀρχέτυπο φλογεροῦ ἐθνικισμοῦ γιὰ τὸν Καζαντζάκη ἐκεῖνα τὰ χρόνια τῆς ἐθνικῆς ἔξαρσης, ἂν καὶ τοὺς χώριζαν τόσο πολύ τὰ βενιζελικά. Γιατί ὁ ἐθνικισμός τοῦ Ἴδα εἶχε μερικά γνωρίσματα ποὺ ἰδιαίτερα προσείλκυαν τὸν Καζαντζάκη. Βασιζόταν πρὶν ἀπ’ ὅλα, τοῦτος ὁ ἐθνικισμός, σὲ μιὰ νιτσεϊκή καταβολή: τὴν πίστη στὴν φυλετική ὑπεροχή τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπέναντι στὴν Τουρκία ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους βαλκανικούς λαούς. Ὁ Ἑλληνισμός, γιὰ τὸν Ἴδα, ἤτανε ἡ περιούσια ἐθνότητα κιβωτός τῆς ἀνθρωπιᾶς. Ἐπιβεβαίωση τῆς θεωρίας πὼς ὑπάρχουν «κυρίαρχες φυλές». Πέρα ἀπ’ αὐτό, ὑπῆρχε καὶ μιὰ δεύτερη ἔπαρση, στὴ συλλογιστική τοῦ Δραγούμη: πώς ὁ ἴδιος εἶχε μιὰ ἀναμφισβήτητη ὑπεροχή συγκρινόμενος μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ πὼς, μιὰ ποὺ αὐτός ἦταν Ἕλληνας, ἡ ὑπεροχή αὐτή ἀκτινοβολοῦσε καὶ πάνω σὲ ὁλόκληρο τὸ Ἑλληνικό Ἔθνος. Ὑπάρχει ἡ γνωστή του φράση: «Ἀφοῦ δὲν τὸ θέλω  ἐ γ ώ,  πῶς μπορεί νὰ χαθεῖ τὸ ἔθνος μου;».

         Ἔτσι, ὁ ἐθνικισμός τοῦ Δραγούμη, βασιζόταν στὸν Νίτσε ὅσο καὶ στὸν Δαρβίνο, καὶ οἱ θεωρίες καὶ τῶν δύο στοχαστῶν ἦταν καὶ οἰκεῖες καὶ προσφιλεῖς στὸν Καζαντζάκη. Ὕστερα, ὁ ἴδιος ἦταν πράγματι μιὰ ἐντυπωσιακή φυσιογνωμία: ὄμορφος, ἔξυπνος, ἀριστοκράτης, πλούσιος[4], μορφωμένος, δημοτικιστής, μαχητικός, εὐφραδής, μαγνήτιζε ὅλους ὅσους τὸν γνώριζαν καὶ τοὺς κατακτοῦσε μὲ εὐκολία. Ἄλλωστε, τὸ ἔργο ποὺ ἄφησε πίσω του, ὠχρό μονάχα ἀντιφέγγισμα τῆς πολυτάλαντης προσωπικότητάς του ἦταν. Μονομαχίες[5], ἔρωτες, διαξιφισμοί μὲ τὸν Βενιζέλο, δὲν μποροῦσαν νὰ ἀμαυρώσουν μήτε τὸν ἡρωϊσμό του στὸν καιρό τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, μήτε τὴν παροιμιώδη του πνευματική ἀκεραιότητα. Γιά τὸν λιγνό, μαραζιάρη, ἐσωστρεφή διανοούμενο, ποὺ ἦταν τότε ὁ Καζαντζάκης, ὁ Δραγούμης ἀποτελοῦσε φωτεινό μετέωρο ποὺ πέρασε δίπλα του καὶ τὸν ἀγκίστρωσε στὴν τροχιά του.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

  

Β΄ (τελευταῖο) (10.11.1977)

     Ὁ ἐθνικισμός τοῦ Καζαντζάκη ἦταν καθαρά «δραγουμικός»: ξεκινοῦσε ἀπό τὶς λαϊκές παραδόσεις καί ρίζες, ἀγκάλιαζε τὸ δημοτικιστικό κίνημα σὰν ἕνα ἀκόμα σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἀδιαμφισβήτητης ἀνοδικῆς πολιτιστικῆς πορείας τοῦ τόπου, παραδεχόταν τὴν ἀνάγκη τοῦ ταχύρρυθμου ἐξευρωπαϊσμοῦ μας μὲ τὴν γνώση ὅλων τῶν νέων τάσεων ποὺ ἐπικρατοῦσαν τότε στὰ πνευματικά ρεύματα τῆς Εὐρώπης, καὶ θεμελιωνόταν σὲ μιὰ νιτσεϊκή ὑποτίμηση τοῦ Τούρκου καὶ τοῦ Βούλγαρου σὰν «κατώτερες», βάρβαρες φυλές. Τόσο ὁ ἀγώνας τοῦ δημοτικισμοῦ, τότε, ὅσο καὶ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ, βασιζόταν σὲ τοῦτες τὶς θεωρούμενες σὰν αὐταπόδεικτες ἀλήθειες.

      Μὲ τὴν ἔλλειψη φανατισμοῦ, ποὺ εἴχανε τόσο ὁ Καζαντζάκης ὅσο κι’ ὁ Δραγούμης, ὅταν ἦταν βέβαιοι γιὰ τὴν πνευματική ἐντιμότητα τοῦ συζητητῆ τους, εἴχανε καταφέρει, μέσα στὴν φοβερή ἀναμόχλευση τῶν πολιτικῶν παθῶν, νὰ μὴν ἐρίζουν γιὰ τὸν Βενιζέλο. Μὲ τὸ θάρρος μάλιστα ποὺ διέκρινε τὸν Καζαντζάκη, συναναστρεφόταν ἐπιδειχτικά τὸν ἀντιβενιζελικό Δραγούμη, ὅταν ὁ ἴδιος εἶχε ἀνώτατη θέση στὸ  βενιζελικό κρατικό μηχανισμό, κείνη την εποχή. Ἦταν μιὰ ζείδωρη φιλία, ποὺ ἔκανε τὸν Καζαντζάκη νὰ αἰσθάνεται περηφάνεια ποὺ ἀνῆκε στὸν καλύτερο «λαό κυρίων» τῆς οἰκουμένης.

          Καὶ ξαφνικά, ἡ καταστροφή: ὄχι ἐκείνη τῆς Μικρασίας, αὐτή ἦρθε δυό χρόνια ἀργότερα. Ἡ καταστροφή, γιὰ τὸν Καζαντζάκη ἦταν ἡ στυγερή δολοφονία τοῦ Ἴωνα Δραγούμη ἀπό ἀνεύθυνους βενιζελικούς μπράβους, σὰν ἀντίποινα γιὰ τὴν δολοφονική ἀπόπειρα κατά τοῦ Βενιζέλου στὸν σιδηροδρομικό σταθμό τοῦ Παρισιοῦ.

             Εἶναι ἀδύνατο σήμερα νὰ νιώσει κανείς τί κραδασμούς προξένησε, ἀκόμα καὶ στὸν ἴδιο τὸν Βενιζέλο, τοῦτο τὸ ἀποτροπιαστικό ἔγκλημα, πολύ περισσότερο στούς φίλους τοῦ Ἴδα. Ἦταν σὰν νὰ εἶχε ἐκτελεσθεῖ σήμερα ἕνα πρόσωπο ποὺ συνένωνε τὴν προσωπικότητα τοῦ Παναγιώτη Κανελλόπουλου μὲ ἐκείνη τοῦ Γιάννη Ρίτσου.

             Γιὰ τὸν Καζαντζάκη ἡ εἴδηση ἦταν καταλυτική. Ἔκλαψε σὰν μωρό παιδί, πῆγε στὴν κηδεία του —τόλμημα γιὰ ἔναν βενιζελικό! — καὶ, ὅπως θἄλεγε ὁ Μακρυγιάννης, «σιχάθηκε το ρωμέϊκο». Λίγο ἀργότερα (ὁ Δραγούμης ἐκτελέστηκε τὸν Αὔγουστο τοῦ 1920), ὁ Βενιζέλος χάνει τὶς ἐκλογές, πνιγμένος ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Ἴδα, πού ἐκεῖνος δὲν ἔχυσε. Ἀλλά ἀπό πιό πρὶν, ὁ Καζαντζάκης εἶναι ἀποφασισμένος νὰ κάνει μιὰ ὁριστική ἀναθεώρηση τῆς πολιτικῆς στάσης του.

           Ἡ τραυματική ἐμπειρία ἑνός ἄδικου φόνου ἑνός φίλου ἀδελφικοῦ, εἶναι ἀσήκωτη, καὶ τὸ λέω αὐτό ἔχοντας ἐπίγνωση προσωπική. Ὅταν αὐτός ὁ φίλος μάλιστα ἔχει τὶς διαστάσεις ἑνός πρότυπου βίου, ἑνός ἀρχέτυπου μπορεῖ νά λάβει διαστάσεις καταστροφικές. Ἡ καταστροφή τοῦ ὁράματος τῆς Μεγάλης Ἰδέας, γιὰ τὸν Καζαντζάκη, συντελέστηκε δυὸ χρόνια νωρίτερα ἀπό ὅ,τι για τοὺς ἐπίλοιπους Ἕλληνες. Ἡ δολοφονία τοῦ Ἴδα, κάνει τὸν Καζαντζάκη, σχεδόν μέσα σὲ μιὰ νύχτα, ἀπό ὑπερεθνικιστή σὲ νιχιλιστικό διεθνιστή. Λίγο ἀργότερα, ὁ Καζαντζάκης θὰ γίνει, ἄν ὄχι μέλος, πάντως πολύ κοντά προσκείμενος στὸν κύκλο τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Γερμανίας. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγηθεῖ τούτη ἡ μεταστροφή ἀπό μικροαστό βενιζελικό μεγαλοϊδεάτη σὲ σπαρτακιστή;

            Ἐφ’ ὅσον ἡ μεγαλοϊδεατική πολιτική τοῦ Βενιζέλου ἦταν γραφτό νὰ πληρωθεῖ μὲ τὸ ἀκριβότερο αἷμα πού εἶχε ὁ Ἑλληνισμός, μὲ ἐκεῖνο τοῦ ἁγνότερου μεγαλοϊδεάτη τῆς ἀντιβενιζελικῆς παράταξης, τότε τί ἀξίζει πιά ὁ βενιζελισμός, Μεγάλη Ἰδέα, τὸ ἴδιο τὸ Ἔθνος, τὸ Γένος, ἡ φυλή; Αὐτή ἡ στάση εἶναι καὶ κείνη ποὺ προσδιορίζει τὴν μεταστροφή τοῦ Καζαντζάκη μετά τὸ 1920, μὲ τὴν ἀποστροφή, τὴν περιφρόνηση, τὴν ἀπέχθεια σὲ κάθε τι τὸ «ἑλλαδικό» καὶ ποὺ θὰ ἰσχυροποιήσει, μέσα σὲ μιὰ προσπάθεια ἀπεγνωσμένης ἐξατομίκευσης τοῦ βασικοῦ του προβλήματος τοῦ πολιτικοῦ προσανατολισμοῦ του, ὅταν κι’ ὁ γερμανικός κομμουνισμός τὸν ἀπογοητεύσει, τὴν τάση τῆς ἀναζήτησης τῆς λύτρωσής του μέσα ἀπό μιὰ μετατόπιση σὲ καθαρά τοπικιστικά πλαίσια, τῆς ματιᾶς του, ἀπό τὰ διεθνιστικά παγκόσμια ὕψη στὸν προσδιορισμό της σὰν «κρητική».

            Αὐτή τὴν θεωρία τολμῶ νὰ προσφέρω γιὰ μιὰν ἐξήγηση ψυχολογική φυσικά τῆς τριπλῆς ἐξέλιξης τῆς πολιτικῆς γραμμῆς τοῦ Καζαντζάκη, ἀπό ὑπερεθνικιστή σὲ κομμουνιστή καὶ μετά σὲ ἀπομονωμένο σκεπτικιστή. Εἴθε νὰ εἶχα περισσότερα στοιχεῖα γιὰ νὰ τὴν στηρίξω ἀπό τὶς μαρτυρίες τῶν δικῶν μου γιὰ τὴν φιλία ποὺ ἔνωνε τὸν Καζαντζάκη μὲ τὸν Δραγούμη.

 

**** 

 

 

[Μεταγραφή-επιμέλεια-σχολιασμός: Νώντας Τσίγκας]

 

 



[1] Και όμως: Το μελόδραμα Ο Πρωτομάστορας (1910) είναι αφιερωμένο στον Ίωνα Δραγούμη (ο Καζαντζάκης το υπογράφει ως «Πέτρος Ψηλορείτης») όπως και το έργο του ο Μεγαλέξαντρος επίσης. Στο Συμπόσιο ό Δραγούμης πρωταγωνιστεί (είναι ο «Κοσμάς»). Συνεργάστηκαν στον Εκπαιδευτικό Όμιλο τα πρώτα χρόνια. Ο Καζαντζάκης έχει δηλώσει ότι δυο άνθρωποι τον σημάδεψαν στη ζωή του: Ο Ίων Δραγούμης και ο Πέτρος Βλαστός. Σήμερα, σε φιλολογικές μελέτες τουλάχιστον, η σχέση των δυό όπως και η επίδραση του Δραγούμη πάνω στον Καζαντζάκη έχουν φωτιστεί.

[2] Η φιλοβενιζελική στάση του Καζαντζάκη  (δέχθηκε οφίκια από το «καθεστώς» της γαλλικής καταδυνάστευσης κατά την περίοδο του 1917-1919) ίσως στάθηκε το πρόκριμα.

[3] Δεν ισχύει αυτό. Η σχέση τους είναι θερμή από το 1909 κι έπειτα και μέχρι περίπου το 1915.

[4] Ασφαλώς δεν ισχύει. Ποτέ οι Δραγούμης αλλά ούτε και η οικογένειά του συγκέντρωσαν πλούτο. Ο Δραγούμης αιωνίως παλεύει με την αχρηματία του (μοναδικό έσοδό του ο μισθός του στο Διπλωματικό σώμα).

[5] Αν ο Φραγκόπουλος κυριολεκτεί με αυτό, αξίζει να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει τέτοιο περιστατικό στη ζωή του Δραγούμη.

 

 

*Θεόφιλος Φραγκόπουλος (1923-1998). Ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από τη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του ήταν ανώτερος στρατιωτικός [σύμφωνα με τον Φραγκόπουλο δικαστικός]  και η μητέρα του καταγόταν από τις οικογένειες Θεοτόκη και Πολυλά. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τουριστικές και οικονομικές επιστήμες στο Surrey University της Αγγλίας. Γνώστης πολλών ξένων γλωσσών ταξίδεψε σε πολλές χώρες του εξωτερικού, όπως στο Λίβανο και την Τυνησία, όπου εργάστηκε ως τραπεζιτικός υπάλληλος και ως διευθυντής ναυτιλιακής εταιρείας. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου στρατεύτηκε στην Εθνική Αντίσταση, αρχικά ως μέλος της Ενωτικής Νεολαίας Ιερής Ταξιαρχίας και στη συνέχεια των οργανώσεων Ε.Σ.Α.Σ., Ρ.Α.Ν. και ΕΔΕΣ. Από το 1948 ως το 1950 υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στα Τεθωρακισμένα, ενώ αγωνίστηκε και εναντίον της απριλιανής χούντας του 1967. Το 1950 διορίστηκε υπεύθυνος του τμήματος ξένης διαφήμισης στο ελληνικό Κέντρο Τουριστικών Μελετών. Διετέλεσε επίσης διευθυντής του ΕΟΤ (1959-1964) και πραγματοποίησε διαλέξεις για τη νεοελληνική λογοτεχνία ως επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια Bochum της Δυτικής Γερμανίας και Boston των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα, την ποίηση και το θέατρο, ενώ έγραψε και δοκίμια. Πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματος Mantua στο περιοδικό Παλμός και το 1953 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή Ποιήματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Φιλολογικά Χρονικά, Τα Νέα Ελληνικά, Σημερινά Γράμματα, Εποχές, Η Συνέχεια, Τομές, Σταθμοί, την εφημερίδα Καθημερινή κ.α. Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεάτρου για το έργο του Καρτερία, το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή δοκιμίων Tagliche Ernte και το λογοτεχνικό βραβείο Φρειδερίκου Μάθιους (1995). Κείμενά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα αγγλικά και τα ιταλικά, ενώ ποιήματά του περιλήφθηκαν σε ξένες ανθολογίες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Θεόφιλου Φραγκόπουλου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Θεόφιλος Φραγκόπουλος», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.260-261. Αθήνα, Σοκόλης, 1982. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

 

 

Σχόλια