Τι θα πει «ραγιας»;

 


 […] ο όρος «ραγιάς» [ράι]  καταργήθηκε με σουλτανικό διάταγμα στα 1856 ως υβριστικός -εννοεί τον τουρκικό όρο ή τον ελληνικό στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας; δεν ξέρω. Το «ράι» ελάχιστα ακούγεται σήμερα, όπως και το «ράι μπουγιουρντί» αλλά ο ραγιάς είναι πάντοτε ζωντανός στη γλώσσα μας. Βέβαια, στα νεότερα χρόνια, ως και σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία, για όποιον διαπνέεται από δουλοφροσύνη ή εθελοδουλία, τον υποταγμένο. Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί, σε εθνικιστικούς ιστότοπους, ένα σχετικό απόφθεγμα του Ίωνα Δραγούμη, που το βρίσκω ανατριχιαστικό.

Νίκος Σαραντάκος Οι ραγιάδες κάνουν ράι

 

ΟΜΟΛΟΓΩ ΠΩΣ ΚΙ ΕΓΩ  ΤΟ ΒΡΗΚΑ «ΑΚΡΑΙΟ» και σοκαριστικό  το «απόφθεγμα» έτσι όπως   γίνεται στους συγκεκριμένους ιστοτόπους ξεκάρφωτη η διαχείρισή του.

Το απόσπασμα χρησιμοποίησε μάλλον πρώτος ο Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής και οι βουλευτές του στις  «αντιμνημονιακές» κραυγές τους στη Βουλή και την Άνω Πλατεία στο  Σύνταγμα, ο πρώην Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς (αυτός για άλλους άλλοτε λόγους ΕΔΩ) όπως και άλλοι επίσης.

Επειδή πουθενά δεν γίνεται αναφορά στην πηγή (δηλαδή τι-που-κείται εντός του έργου του Δραγούμη), σχεδόν πείστηκα πως ήταν εξ ολοκλήρου fake/ψευδεπίγραφο (ή «πειραγμένο») κατασκεύασμα και έσπευσα (βιάστηκα!)  να ειδοποιήσω τον Νίκο Σαραντάκο και άλλους φίλους για το ενδεχόμενο αυτό. 

Η λίαν αγαπητή μου, φίλη καρδίας πιά, η Ντίνα Σαμοθράκη, πολύπειρη και άξια επιμελήτρια των κειμένων του Δραγούμη στην τωρινή έκδοση και σ’ αυτήν που ετοιμάζεται, μου έγραψε αμέσως: «Ἡ ἔκφραση θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι δική του, οἱ λέξεις “αὐτοσυντηρησία” καὶ “μικρεμένος” μοιάζουν δικές του. Τὸ “τρέχει καὶ τρέχει”  μοιάζει δική του ἔκφραση (ἀπὸ εὐρωπαϊκὴ γλώσσα). Ἡ σύνταξη “καὶ ποὺ βρωμᾶ”  μοιάζει δική του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη στὰ τρία βιβλία σου ποὺ ἔχω διαβάσει ἡ λέξη “ραγιὰς” δὲν εἶναι ἡ ἀγαπημένη του, ὑπάρχει μόνο μία φορά (τὸ ἔβαλα στὴν εὕρεση). Ὁ Ἴων λέει Ἕλληνας, Ρωμιός, Ἑλλαδίτης. Ἡ λέξη μπάτσος δὲν συναντᾶται στὰ τρία βιβλία. Ὑπῆρχε ἐν χρήσει στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα (καὶ παλιότερα), ἀλλὰ σπανίως γραπτῶς (λένε τὰ λεξικά). Χεζολογίες δὲν θυμᾶμαι νὰ εἶδα στὰ βιβλία. Ὅ Ἴων, ἂν τὴν ἔγραφε, δὲν θὰ ἔβαζε ἀποσιωπητικά, νομίζω».

Έμπλεος όμως «δίκαιης οργής» άρχισα μετά μανίας το ψάξιμο ώσπου έφτασα στο Ο  Ελληνισμός μου - Οι Έλληνες του Ίωνος Δραγούμη, έργο ανέκδοτο ως τον θάνατό του, που τυπώθηκε πρώτη φορά κι κυκλοφόρησε το 1927, με επιμέλεια του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αποτελούσε μέρος των σημειώσεών του και δεν προοριζόταν για έκδοση. Μεγάλο μέρος των σημειώσεων αυτών αποτελούν αποσπάσματα της περιόδου 1902-1912 των Τετραδίων. Στις σελίδες λοιπόν 137-140 υπάρχει το κείμενο με τον τίτλο «Προξενεία» ενώ το επίμαχο απόσπασμα βρίσκεται στις σελίδες 139-140. Το παραθέτω παρακάτω ολόκληρο.

Το κείμενο ασφαλώς είναι γραμμένο υπό το κράτος μεγάλης ψυχικής έντασης, στην Πόλη, όπου ο Δραγούμης υπηρετεί στην Ελληνική Πρεσβεία και μετέχει στην μυστική Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως (με τον Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη) και στο κίνημα των δημοτικιστών (στο πλευρό του γιατρού Φώτη Φωτιάδη), αμέσως μετά το κίνημα των Νεότουρκων (1908) και την κήρυξη του Συντάγματός τους-εκθρόνιση του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β΄.

Αν παρακολουθήσει προσεκτικά κανείς την ανάπτυξη, το ύφος, τη δομή και την κορύφωση του κειμένου φαίνεται ότι ο Δραγούμης, θεωρώντας πως αυτή είναι η στιγμή όπου ο δούλος θα ξαναποκτήσει υπόσταση, υψώνοντας το ανάστημά του απέναντι στον Τούρκο, καταλήγει να βδελύσσεται τον σκλάβο που έχει υποταχθεί στη μοίρα του (τον ραγιά) υπογράφοντας αυτά τα σχεδόν «αποτρόπαια» στολίσματα. Θυμίζω πως σπανιότατα χρησιμοποιεί τη λέξη ραγιάς στα κείμενά του. Τους τουρκομερίτες του «έξω» ελληνισμού (όσους ζουν κάτω από τη κατοχή των Οθωμανών) τους σέβεται και τους αγαπά όταν διακρίνει πάνω τους συναγμένο θυμό αιώνων για τη κατάστασή τους και διακρίνει σ’ αυτούς λαχτάρα και θέληση να αποτινάξουν το ζυγό.

Τη ίδια στιγμή γράφει ο Κωστής Παλαμάς στη Αθήνα το ποίημα «Γύριζε»:

…Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη,  σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι
.

Άρα, το να χρησιμοποιούμε το κείμενο ή απόσπασμά του χωρίς την ταυτοτική του σήμανση και όπου δη, σε αντισυστημικές κορώνες, ως ψυχικό boost για την σημερινή κατάστασή μας με την νέο-αυτοκρατορική Τουρκία, στις εσωκομματικές μας αντιμαχίες, για να κερδίσουμε άλλοθι σε κάθε  δική μας αλλοφροσύνη, είναι βλακώδες και ανέντιμο. Και επιτέλους, ας μπει μια τελεία και παύλα στην ελεεινή  εκμετάλλευση του Δραγούμη από το ακροδεξιό σινάφι από τη μεταπολίτευση κι ύστερα.

Άλλοι τόποι, άλλοι χρόνοι, άλλοι καιροί. Άλλη το 1908 και άλλη η σημερινή …Τραμπούτιν  συγκυρία στη γειτονιά μας και στον κόσμον ολόκληρο.

  

Προξενεία. * 

Τ λληνικ κράτος· πόχτησε μ τ προξενεα του στν Τουρκία δύναμη, που δν τ συναισθάνεται. δύναμη ατ εναι κίνδυνος, γιατ διάκοπα κθέτει στος Τούρκους κα σ’ ἄλλους ξένους τ πανελληνικό πρόγραμμα το λληνισμο, που τ θεωρον ατο ς πρόγραμμα τάχα το κράτους, κράτους νίσχυρου κατ τ’ ἄλλα κα νίκανου ν κάμη μπεριαλιστικ πολιτική, γιατί στερεται στρατ κα στόλο κα πολιτικος νδρες ξιους το νόματος.

 

Εἶδα μιά γελοιογραφία σὲ γαλλική φημερίδα· «Ἕνας ρήτορας Γάλλος, σοσιαλιστής, στέκεται σ να βμα πάνω, φορώντας ρεδιγκότα, ποὺ π τν πισιν τσέπη της, σν ορά, βγαίνουν χαρτιά μ τν πιγραφ «Guerre sociale». ρμον κατεπάνω του μ ξιφολόγχες κράνη το πρωσσικο πεζικο. Κα τος μιλ κα λέει· «Μ σες λέγατε πὼς δὲν πρέπει ν πάρχη στρατός». Κα το ποκρίνονται κενα· «Ναί, μ τ λέγαμε μονάχα γι σς.»

 

Τώρα, μ τ νέο, φιλελεύθερο πολίτευμα στὴν Τουρκιά, ο Ρωμιοί τὸ μόνο ποὺ χουν ν κάμουν εναι, π ραγιάδες ν γίνουν λεύθεροι νθρωποι. Προτο προφτάσουν πάλι ο Τορκοι ν μς πάρουν π κάτω τελειωτικά, πρέπει ν ντρειέψωμε, ν συνηθίσωμε ν τος βλέπωμε σους μ μς, ν γίνωμε π δολοι κύριοι. Πολλ εναι τ μέσα, λλ τ ληθινώτερο εναι ο γνες ναντίο τους. Πρν προκάμουν κα μς ξαναπάρουν ο Τορκοι τν λευθερία, που μς χάρισαν, πρέπει λαός μας ν μάθη τν στορία το 1821. Πρὶν προφτάσουν ν μς μποδίσουν ν χωμε πλα, πρέπει ν μοιράσωμε σ λους π να όπλο. Καὶ, μόλις μς χτυπονε κάπου, πρέπει ν τος χτυπομε κα μες. Τίποτε, καμι βρισιά, καμι καταπάτηση, καμι τυραννική πράξη τν Τούρκων δν πρέπει ν' φήνωμε ν περν τσι, χωρς νταπόδοση.

Ατ σκέφθηκα πολλς φορς ς τώρα. Σήμερα λαβα κ’ να γράμμα νς γέρου δικηγόρου τς Πόλης, ποὺ διηγεται πῶς τρόμαξαν ο δικοί μας στὸ Δέλβινο, πειδ ο Τουρκαλβανο τος φοβέρισαν γι ν πογράψουν να ψήφισμα ἀλβανικό. Στὸ τέλος λέγει Ρωμιός ατός· «Ἐσκέφθην ὅτι ἓν ἐκ τῶν ὀλιγίστων καλῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ συντάγματος θὰ εἶναι νὰ μᾶς κάμη νὰ ξετρομάξωμεν ὀλίγον, ἐλαττουμένου σὺν τῷ χρόνῳ τοῦ φοβεροῦ τρόμου, ὃν μᾶς ἐμπνέουν οἱ ἀδελφοί μας Τοῦρκοι καὶ μὲ μίαν μόνον ἀγρίαν ματιάν των». Καὶ ἔχει δίκιο. Μὰ γιὰ νὰ γίνη αὐτό, πρέπει νὰ δουλέψη καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ καὶ ὅποιος ἄλλος ἔτυχε νὰ μὴ φοβᾶται τὸν Τοῦρκο.

 

Τί θὰ πῆ «ραγιάς»;

Ραγιὰς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τρέμει τοὺς μπάτσους[1] τοῦ Τούρκου, ποὺ εἶναι σκλάβος τοῦ φόβου ποὺ εἶναι δοῦλος τῆς αὐτοσυντηρησίας του καὶ μόνο —ποὺ δὲ θέλει πιὰ νὰ νικήση— ἐκεῖνος, ποὺ θὰ λαχταροῦσε ἴσως νὰ ξελευθερωθῆ, μὰ δὲν τολμᾶ οὔτε νὰ τὸ ξεστομίση καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἴσως δὲ λαχταρᾶ τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ ζήση ὅπως καὶ νὰ εἶναι. Ὁ ραγιᾶς εἶναι μισὸς ἄνθρωπος, εἶναι ἄνθρωπος μικρεμένος, ποὺ δέχεται ὅλα ἀπὸ τὸν κύριό του καὶ δεσπότη του, ποὺ μιὰ ματιὰ τοῦ Τούρκου λίγο ἄγρια τὸν κάνει καὶ χέζεται[2]. Καὶ κεῖνος ποὺ, ὅταν τύχη καὶ ντραπῆ· γιὰ τὴ ραγιαδοσύνη του, σοῦ τὴν ὀνομάζει «ἀναγκαία φρονιμάδα». Ραγιὰς εἶναι ὁ φρόνιμος, ποὺ δὲν κουνιέται γιὰ νὰ μὴν τύχη καὶ τὸν πάρη γιὰ ζωντανὸ κανένας καὶ τὸν σκοτώση. Ραγιάς εἶναι ὁ κοριὸς ἐκεῖνος, ποὺ τὸν κυνηγᾶς καὶ κάνει τὸν ψόφιο γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀποτελειώσης. Ὁ ραγιᾶς εἶναι βρωμερό ζωύφιο, μαμούνι μαύρο, ἄσχημο καὶ ποὺ βρωμᾶ. Ἔρχεται κρυφὰ καὶ σοῦ πίνει τὸ αἷμα. Μέρα μὲ τὸ φῶς ποτὲ δὲ φανερώνεται. Σοῦ κολνιέται ἄγρια καὶ σὲ κολακεύει καὶ ὅλο πίνει σὰν τσιμπούρι τὸ κόκκινό σου αἷμα. Καὶ ὅταν τὸν ἀνακαλύψης ποὺ σὲ γελᾶ, τρέχει καὶ τρέχει, μὲ σκυμμένο κεφάλι γιὰ νὰ γλυτώση. Τὸν κυνηγᾶς καὶ κρύβεται. Τὸν δέρνεις καὶ ἀκόμα σκύβει. Τὸν σκοτώνεις καὶ σωπαίνει.

 

 * Ίων Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου - Οι Έλληνες, Ελληνικός Πολιτισμός, Αθήνα 1927 (1η έκδοση), σελ. 137-140.

 



[1]Το μπάτσος είναι λέξη τούρκικη  (baç). Σύμφωνα με τον Γ. Μπαμπινιώτη δηλώνει συνήθως τον αστυφύλακα, το όργανο της τάξεως, αλλά με μια αρνητική χροιά που παραπέμπει στην άσκηση βίας πάνω σε αθώα θύματα, στην αυταρχική εξουσία που ταλαιπωρεί αδύναμους πολίτες κτλπ. Συνώνυμη της λέξης «μπάτσος» είναι και το χαστούκι, το ράπισμα. (Μ' αυτήν την ονομασία ασφαλώς τοποθετεί την λέξη εδω ο Δραγούμης- και δεν νομίζω να την εχει χρησιμοποιήσει πουθενά αλλοού στο δημοσιευμένο έργο του)

[2] Η λέξη παραλείπεται στην έκδοση του 1927. Στη θέση της έχουν μπει αποσιωπητικά. Είμαι απολύτως  βέβαιος ότι στο χειρόγραφο υπήρχε ...ολόκληρη!

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις