Στις «Σελίδες ιστορίας» της «Καθημερινής»

 

 

Στην περιοδική έκδοση -ένθετο τόμο- της «Καθημερινής» της Κυριακής, Σελίδες ιστορίας (15.2.26/ τόμ. 16/Ιαν.-Φεβ. 2026, στις σελίδες 194-199), ο ιστορικός Γιάννης Δασκαρόλης δημοσίευσε την βιβλιοκρισία του («Διαβάσματα»)  για το βιβλίο με τα αδημοσίευτα  Τετράδια του Ί. Δραγούμη της περιόδου 1902-1904 που έχω επιμεληθεί και κυκλοφόρησε πρόσφατα. Θερμά τον ευχαριστώ για την ξεχωριστή τιμή που έκανε σε μένα και προπάντων στον Δραγούμη.


ΔΙΑΒΑΣΜΑΤΑ 

του Ιωάννη Β. Δασκαρόλη 

 

Ίων Δραγούμης, «Θα ζήσω καίοντας τον εαυτό μου»,  Τα αδημοσίευτα τετράδια 1902-1904 (Εισαγωγή– επιμέλεια – σχόλια – επίμετρο: Νώντας Τσίγκας), Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2025, σελ. 624.

Ο ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ Θα ζήσω καίοντας τον εαυτό μου που διάλεξε ο επιμελητής του τόμου για το βιβλίο, αποτελεί φράση των Τετραδίων που μας είναι επίσης γνωστή και από το λογοτεχνικό έργο  του Ίωνος Δραγούμη. Αν και το υλικό των Τετραδίων παρατίθεται σε ημερολογιακή μορφή, δεν αφορά κάποιο τυπικό ημερολόγιο καθημερινών συμβάντων. Οι καταχωρίσεις του  αποτελούν ένα καθρέφτισμα της εσωτερικής διαπάλης και μιας συνεχούς προσωπικής λογοδοσίας - εξομολόγησης που δεν εγκατέλειψε τον Δραγούμη ούτε στα μετέπειτα ώριμα χρόνια της ζωής του.

       Η ημερολογιακή αφήγηση των Τετραδίων ξεκινά το 1902 στην Αθήνα όπου ο 23χρονος νέος ασφυκτιά στο αστικό περιβάλλον το οποίο θεωρεί ψεύτικο και υποκριτικό και θέλει να ζήσει, να δημιουργήσει κάτι σημαντικό, να «καεί» για ένα υψηλότερο ιδανικό. Αναμφίβολα αυτό το ανώτερο ιδανικό δεν είναι η εργασία του στο προξενείο, την οποία ασκεί  μεν ευσυνείδητα και όσο καλύτερα μπορεί, αλλά τον αφήνει ασυγκίνητο και λειτουργεί για αυτόν μόνο ως μέσο βιοπορισμού.

       Η μετάθεσή του στο προξενείο του Μοναστηρίου συνιστά για τον νεαρό Δραγούμη μια αληθινή αποκάλυψη: από την πολυτέλεια και τις ανέσεις των Αθηνών, βρίσκεται στο θέατρο μιας σοβαρής εθνικής κρίσης σε εξέλιξη. Σχεδόν αυτόματα  αναδύεται το ανώτερο ιδανικό το οποίο έψαχνε για να δοθεί: η οργάνωση της αυτοάμυνας του μακεδονικού ελληνισμού έναντι της απάνθρωπης βιαιότητας των Βούλγαρων κομιτατζήδων. Πολύ γρήγορα ο Δραγούμης κινείται με αποφασιστικότητα και με χρηματοδότηση που λαμβάνει από την Αθήνα – την Επιτροπή των Μακεδόνων αλλά κυρίως από την θερμή υποστηρίκτρια των Ελλήνων Λουίζα Ριανκούρ – καταφέρνει να οργανώσει τους πρώτους πυρήνες ελληνικής αντίστασης στις τακτικές εθνοκάθαρσης που εφάρμοζαν οι κομιτατζήδες εις βάρος των ελληνικών και πατριαρχικών πληθυσμών.

 

“Οι καταχωρίσεις του αποτελούν καθρέφτισμα της εσωτερικής διαπάλης και μιας συνεχούς προσωπικής λογοδοσίας- εξομολόγησης, που δεν εγκατέλειψε τον Δραγούμη ούτε στα μετέπειτα ώριμα χρόνια της ζωής του.” 

 ***

     Το κυρίως κείμενο των Τετραδίων έχει δυσκολίες και γίνεται ενίοτε κουραστικό να το παρακολουθήσει κανείς σε όλες του τις σχοινοτενείς πνευματικές ταλαντώσεις. Παρουσιάζει ιδιομορφίες με την εσωτερικότητα του, την συχνά εκτενή εις εαυτόν εξομολόγηση και ανάλυση που καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στο χειρόγραφο και  μπορεί να κουράσουν τον αναγνώστη. Περιλαμβάνει πολλές και συνεχείς διάσπαρτες επαναλήψεις των ανησυχιών, των μύχιων φόβων, επιδιώξεων, ονειροπολήσεων του Δραγούμη, ενώ πρέπει να θυμόμαστε συνεχώς ότι ο συγγραφέας των τετραδίων είναι μόλις 23ών ετών. Οι εγγραφές μοιάζουν με ένα ατελεύτητο χαοτικό brainstorming χωρισμένο ημερολογιακά, όπου ανακατεύονται ιδεολογήματα, φιλοσοφικά γνωμικά από τον Barrès, τον Taine ή τον Nietzsche δοσμένα άναρχα σε συνεχείς διανοητικές δολιχοδρομίες. Και αυτό γιατί όπως εξηγεί ο Τσίγκας, τα Τετράδια που περιέχονται στην έκδοση είναι κυριολεκτικά πρώτη γραφή: δεν έχει καμμία διόρθωση ή επεξεργασία, αλλά είναι αυτούσιες οι μύχιες σκέψεις και οι προβληματισμοί του Δραγούμη αντιγραμμένα απευθείας στο χαρτί.

       Ωστόσο, τα Τετράδια αυτά απέχουν αρκετά από το να αποτελούν αποκλειστικά μια άναρχη εσωτερική φιλοσοφική αναζήτηση του συγγραφέα τους. Ο υπομονετικός αναγνώστης ανταμείβεται με ένα πλήθος θραυσμάτων  υψηλού ιστορικού ενδιαφέροντος, κάποια από τα οποία αναδεικνύει ξεχωριστά ο επιμελητής της έκδοσης. Η αξία μάλιστα των περισσοτέρων εξ αυτών δεν έγκειται τόσο στο ότι ήταν άγνωστα, όσο στο ότι προσφέρονται μέσα από το πρίσμα εκείνου που τα προκάλεσε και τα βίωσε, με αφοπλιστική απλότητα και ειλικρίνεια.

     Πριν από όλα έχουμε μια έγκυρη, αφαλκίδευτη και απολύτως ειλικρινή μαρτυρία για την εθνοτική κατάσταση στην Οθωμανική Μακεδονία κατά την κορύφωση της διαπάλης μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για την τελική τύχη των περιοχών αυτών. Ανάμεσα στις σκέψεις του, ο Δραγούμης παρεμβάλει λιτές σκηνογραφίες της μακεδονικής υπαίθρου, των ανθρώπων της, των εθίμων τους, της μικτής γλώσσας που χρησιμοποιούν και των καθημερινών τους συνηθειών. Αναδύεται μια Μακεδονία σύνθετη και μπερδεμένη με ανακατωμένους πληθυσμούς, θρησκευτικά και εθνικά δόγματα, μοιρασμένη μεταξύ Ελλήνων, Βουλγάρων, Τούρκων, Ρουμάνων κλπ.

     Παράλληλα καταγράφονται απολύτως ρεαλιστικά και από πρώτο χέρι οι ωμότητες των Βούλγαρων κομιτατζήδων και περιγράφεται ο τρόμος που είχαν σπείρει στους ελληνίζοντες αγροτικούς πληθυσμούς της μακεδονικής υπαίθρου. Η μακεδονική αυτοάμυνα ως σκοπός καθαγιάζεται στη σκέψη του Δραγούμη γιατί είναι δίκαιη και επιβάλλεται από τις βουλγαρικές ωμότητες των κομιτών (κομιτατζήδων). Σύμφωνα με υπηρεσιακή έκθεσή του στις 4 Δεκεμβρίου 1903 προς το υπουργείο Εξωτερικών «Λύπης αίσθημα προξενεί η καταστροφή αόπλων υπερηφάνων υφ’ οπλισμένων ταπεινών..» 

        Ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της πρώτης συνάντησης του Δραγούμη με τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη. Λόγω του συνωμοτικού της χαρακτήρα, αποδίδεται σε τόνους εθνικής μυσταγωγίας, μέσα σε έναν νυχτερινό, σχεδόν υπερβατικό μοναστηριακό καμβά, όπου οι δύο προσωπικότητες ανταλλάσσουν απόψεις και οργανώνουν, σε υβριδική μορφή, αυτό που αργότερα θα ονομαστεί Μακεδονικός Αγώνας.

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Ιστορική βαρύτητα έχουν και οι συγκρούσεις του Δραγούμη με τους προϊστάμενούς του στο προξενείο (Κυπραίος και Καλλέργης) αλλά και στο υπουργείο Εξωτερικών (Άθως Ρωμανός). Η συνωμοτική δραστηριότητα του νεαρού προξενικού υπαλλήλου δεν είχε περάσει απαρατήρητη, δημιουργώντας υπηρεσιακή ενόχληση, διπλωματικές επιπλοκές ή ακόμη θυμό και φθόνο στους προϊσταμένους του. Αυτό άλλωστε οδήγησε και στη διαρκή μεν υπηρεσιακή αναβάθμιση αλλά και μετακίνησή του από το Μοναστήρι, στις Σέρρες, τον Πύργο, τη Φιλιππούπολη  και πάλι στο Μοναστήρι σε διάστημα δυο περίπου χρόνων. Στους σχετικούς διαλόγους που παραθέτει στα Τετράδια, ο Δραγούμης φαίνεται ότι δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί συχνά με αιχμηρό, ειρωνικό και θαρραλέο τρόπο μαζί τους αδιαφορώντας για το κόστος που συνεπαγόταν αυτό για την σταδιοδρομία του. 

 

Μέσα από τα αδημοσίευτα Τετράδια, μας παρουσιάζεται ένας Δραγούμης ευαίσθητος, ποιητικός, με αναλυτική σκέψη, ανασφαλής, με πλείστες όσες αντιφάσεις, ευγένεια, τόλμη, οργανωτικό νου και εντυπωσιακή πνευματική μόρφωση. 

 *** 

      Ανάμεσα στα σημαντικότερα ιστορικά τεκμήρια των Τετραδίων, που αναδεικνύονται χάρις στην επιμέλεια του Τσίγκα, είναι και η περίφημη δεκαπενθήμερη «εκδρομή στη Μακεδονία» τον Αύγουστο του 1903. Ενώ έχει ξεσπάσει η «Επανάσταση του Ίλιντεν» ο Δραγούμης παίρνει μόνος του την πρωτοβουλία να φέρει εις πέρας μια αποστολή αναγνώρισης και καταγραφής της εθνοτικής κατάστασης στη Δυτική Μακεδονία με κύριο σκοπό την προστασία των ελληνικών πληθυσμών από τη οργή των Οθωμανών. Ξεκινά από το Μοναστήρι με σιδηρόδρομο και μετά το Σόροβιτς (σημερινό Αμύνταιο) συνεχίζει έφιππος με ενδιάμεσους σταθμούς, Κοζάνη, Σέρβια, Σαραντάπορο, Ελασσόνα, Σέρβια, Βογατσικό, Καστοριά και επιστροφή τέλος στο Μοναστήρι μέσω Βλάστης - Αμυνταίου (μια διαδρομή πάνω από 310 χλμ.). Την απόσταση Κοζάνη-Ελασσόνα ο Δραγούμης την καλύπτει έφιππος και ακάλυπτος στο καύμα του αυγουστιάτικου ήλιου με αποτέλεσμα να υποστεί θερμοπληξία. Ο Τσίγκας περιγράφει την «εκδρομή» αυτή με πρόσθετες λεπτομέρειες, ενώ μας δίνει και ένα χάρτη με τις διαδρομές που ακολούθησε ο νεαρός διπλωμάτης τον οποίο ο αναγνώστης μπορεί, με σάρωση ενός QR  code, να δει με λεπτομέρειες, σε ψηφιακή μορφή.

       Κορυφαίο σημείο των Τετραδίων, είναι ο θάνατος του Παύλου Μελά μετά από νυχτερινή σύγκρουση με τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα στη Στάτιστα της Καστοριάς. Το πένθος της απώλειας του γαμπρού, φίλου και συνοδοιπόρου Παύλου Μελά ο Δραγούμης δεν το καταθέτει αμέσως στο Τετράδιό του. Δυο μήνες αργότερα, ο Δραγούμης εμφανίζεται στα Τετράδια μέσα στην ανείπωτη θλίψη για την απώλεια του προσφιλούς προσώπου, συντετριμμένος από τις κατηγορίες ότι αυτός τον παρακίνησε «να βγει» στη Μακεδονία, αλλά και με τη βαθιά ικανοποίηση πως ο Παύλος Μελάς πέρασε οριστικά στο πάνθεο των εθνικών ηρώων και η θυσία του δεν πήγε στράφι, καθώς συγκλόνισε και κινητοποίησε τον ελληνισμό προς την άμυνα και την διάσωση του μακεδονικού τμήματός του. Υπό αυτό το καθεστώς έντονης ψυχολογικής φόρτισης γράφει μερικές συγκλονιστικές, άγνωστες μέχρι σήμερα σελίδες, στο Τετράδιό του.

       Μέσα από τα αδημοσίευτα Τετράδια, μας παρουσιάζεται ένας Δραγούμης ευαίσθητος, ποιητικός, με αναλυτική σκέψη, ανασφαλής, με πλείστες όσες αντιφάσεις, ευγένεια, τόλμη, οργανωτικό νου, με εντυπωσιακή πνευματική μόρφωση σε πολλά πεδία (λογοτεχνία, ιστορία, φιλοσοφία), αλλά και φορέας ευρύτερης παιδείας (κλασσική μουσική, βοτανολογία, εθνογραφία, λαογραφία κλπ.). Αν και ο ίδιος αποφεύγει να το τονίσει, η αδιάκοπη κίνησή του στο επικίνδυνο μακεδονικό τοπίο, όπως σκιαγραφείται αυτή πολύ αδρά στα Τετράδια, φανερώνει έναν γενναίο και αποφασιστικό άνδρα που αγωνίζεται εν μέσω κινδύνων, να αφυπνίσει και να οργανώσει αμυντικά τους πατριαρχικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας. Πράγμα που τελικά  πετυχαίνει, παρά τις μύριες ανασφάλειές του για το αν διαθέτει τις απαιτούμενες οργανωτικές και ρητορικές ικανότητες.

         Ο Δραγούμης ως κοινωνικός στοχαστής κινείται σαφώς εκτός των ορίων της συντηρητικής ηθικής της εποχής του την οποία αναγνωρίζει ως αναγκαίο κακό, ρέπει προς τον αγνωστικισμό, είναι φυσιολάτρης και ερωτοτροπεί έξω από τα μέτρα και τους κανόνες της εποχής του. Έχει μεγάλη άνεση στη προσέγγιση των παιδιών και των νέων καταγράφοντας στα Τετράδια τις αντιδράσεις και τις συμπεριφορές τους. Είναι απολύτως ειλικρινής και τίμιος σε όλα τα γραπτά του, με ανθρωπισμό και σεβασμό προς τους άλλους ανθρώπους, περισσότερο από όσο πίστευε ο ίδιος ότι διαθέτει. Από πολλά αποσπάσματα των Τετραδίων προκύπτει ότι ο Δραγούμης δεν περιφρονούσε τις άλλες εθνότητες, θρησκείες ή πολιτισμούς, αντίθετα τις σεβόταν ή και συχνά τις θαύμαζε για την δυναμική τους (όπως για παράδειγμα τον «μακιαβελικό» τρόπο δράσης των Βουλγάρων). Ο Δραγούμης ακόμη και τον ίδιο τον εθνικισμό δεν τον αντιμετωπίζει ως ένα ανώτερο ιδανικό αλλά ως μια μορφή ενέργειας, κίνησης που προσφέρει ζωή και εμπειρία, αλλά που σίγουρα δεν αποτελεί μια κοινωνική πανάκεια.

 

Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η επιμέλεια του Νώντα Τσίγκα εκτείνεται στο σύνολο του υλικού με έναν εξαντλητικό υπομνηματισμό. Μας δίνει όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την κατανόηση ενός τέτοιου αυτοαναφορικού κειμένου γραμμένου πριν από έναν αιώνα. Ο επιμελητής αποφεύγει κάθε προσωπική επίδειξη γνώσεων, αλλά και άσκοπες βιογραφικές παρεκβάσεις παρέχοντας μόνο όσες πληροφορίες απαιτούνται για να ερμηνευτεί και να αναδειχθεί κάθε σκοτεινή ή δυσνόητη πτυχή του κειμένου. Υποστηρίζοντας ότι το εργαστήρι των λογοτεχνικών έργων του Δραγούμη είναι τα Τετράδιά του, εντοπίζει και υποδεικνύει όλα τα χωρία των τετραδίων που χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια στα βιβλία του Δραγούμη σε ύστερο χρόνο (όπως στο Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Το μονοπάτι, Ο Ελληνισμός μου – Οι Έλληνες), μας αποκαλύπτει τα πρόσωπα που κρύβονται ακόμα και πίσω από τα αινιγματικά αρχικά γράμματα και μας μεταφράζει τα ξενόγλωσσα χωρία. Ο Τσίγκας καταφέρνει χωρίς εκτενείς αναλύσεις να μας μυήσει στην πνευματική κίνηση του τέλους του 19ου αιώνα, τόσο όσο χρειάζεται για να καταλάβουμε τις φιλοσοφικές επιρροές που καθόρισαν τη σκέψη του Δραγούμη.

       Το βιβλίο συνοδεύεται από αναλυτικό χρονολόγιο των γεγονότων στη Μακεδονία τη διετία 1902-1904, και από δύο ακόμη δοκίμια του Τσίγκα: ένα στο οποίο αναλύει το είδος της λογοτεχνίας των τετραδίων και ένα ακόμη με μια δική του αποτίμηση για την ιδεολογία του Δραγούμη. Το φωτογραφικό υλικό της έκδοσης δεν είναι τόσο εκτενές, αλλά είναι πρωτότυπο, εύστοχο, απολύτως λειτουργικό και οπτικοποιεί σημαντικές πτυχές των Τετραδίων.  Όπως γίνεται αντιληπτό, τα Τετράδια αποτελούν απαραίτητο εφόδιο για οποιοδήποτε ενδιαφέρεται για τον Ίωνα Δραγούμη, αλλά και τον Μακεδονικό Αγώνα. Γενικά θα έλεγα ότι χωρίς την επιμέλεια του Τσίγκα τα Τετράδια της παρούσας έκδοσης θα ήταν ασαφή, ή/και εντελώς απροσπέλαστα στον μέσο αναγνώστη.  Ευχής έργο  θα είναι να ολοκληρωθεί σύντομα η δημοσίευση όλου του υπόλοιπου υλικού καθώς όπως αναγγέλλεται τα Τετράδια 1905-1908 όπως και τα άπαντα των ποιημάτων του Δραγούμη έχουν ήδη ετοιμασθεί προς έκδοση.

        Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι ο Δραγούμης στα Τετράδια αυτά μας παρουσιάζεται εντελώς γυμνός πνευματικά και ψυχικά, ακόμη και σαρκικά. Μέσα από αυτές τις μύχιες εκμυστηρεύσεις του στο χαρτί, σχεδόν μπορούμε να αγγίξουμε τον πυρήνα της ύπαρξής του. Μια τέτοια αποκάλυψη οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με σεβασμό και ιστορική ευθύνη. 

 

 “Η επιμέλεια του Νώντα Τσίγκα εκτείνεται στο σύνολο του υλικού με έναν εξαντλητικό υπομνηματισμό. Μας δίνει όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για τη κατανόηση ενός τέτοιου αυτοαναφορικού κειμένου γραμμένου πριν από έναν αιώνα.”

 *** 

 


 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις