Περί πτυχίων, τίτλων κλπ. στο Τετράδιο του Δραγούμη

 

 

Το δίπλωμα με το οποίο ο Ι. Δραγούμης ανακυρήσεται, στις 9 Φεβρουαρίου 1912, Τακτικός Εταίρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας (ας αναλογιστούμε και αυτην την σοβαρή πτυχή του έργου του). Υπογράφει ο πρόεδρος Νικόλαος Γ. Πολίτης. Πηγή: Αρχείο Ίωνος Δραγούμη (ΑΣΚΣΑ)

 

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΠΩΣ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ (και για πάντα ίσως στη χώρα που ζούμε...) όμως τούτη τη φορά, Απρίλη βέβαια μήνα πάλι, αλλά εκατόν είκοσι χρόνια ακριβώς πίσω. Στην διχασμένη Ελλάδα, στην Κατερίνη, στο εστιατόριο ενός ξενοδοχείου της πόλης, εισβάλλει ένας, μάλλον μανιακός, τύπος και πιάνει να μιλά ασταμάτητα -κουρδιζόμενος αναλόγως-  προς το «ακροατήριό» του. Ο Ίων Δραγούμης (που κι αυτόν «τον παίρνει η μπάλλα» καποια στιγμή)  καταγράφει στο Τετράδιό του το σπαρταριστό περιστατικό...

 

Ἀπρίλης 1916

   …Στό ξενοδοχεο το Δίκα στήν Κατερίνη τρωγαν διάφοροι καί γώ μέ τό νέο σύντροφό μου*. Τύποι ταξιδιώτικοι, παρχιώτικοι καί στρατιωτικοί μαζί, καί νθρωποι πού κμεταλλεύονται τά χωριά καί τά τσιφλίκια, καί πιστάτες καί μηχανικοί το σιδηροδρόμου πού κατασκευάζεται. Ἦλθε καί φαγε σέ μιά γωνιά καί νας τρελλός πού μς λεγε πολλά γνωστικά πράματα, ὥς πού γενική λαρότητα φώτισε τήν τραπεζαρία τοῦ ξενοδοχείου, πού ο τοίχοι του ταν κολλημένοι μέ να χαρτί, μ’ να λουλούδι πού παναλαμβάνονταν τό διο.

       τρωγε στήν κρη τρελλός σ’ να τραπέζι, στή γωνιά του τοίχου, μόνος καί ξαφνα επε: «Βέβαια, μηχανικός ατός (μιλοσαν σ’ λλο τραπέζι δυνατά γιά να μηχανικό τς γραμμς πού δέν τήν χτιζε πως πρεπε) χει ψεύτικα διπλώματα».

    Τόν ἄκουσε ἕνας ἄλλος μηχανικός τοῦ δημοσίου, πού παρακολουθεῖ τά ἔργα, καί θύμωσε καί εἶπε: «Μά πῶς μιλεῖτε ἔτσι; Ποῦ ξέρετε τί διπλώματα ἔχει;». Ἐνθουσιάστηκε ὁ τρελλός καί πῆρε φωτιά καί ἄρχισε νά γελᾶ καί νά λέει διάφορα γιά τά διπλώματα τῶν μηχανικῶν. Ὁ μηχανικός θύμωσε περισσότερο καί εἶπε: «Μά δέν ξέρετε ὅτι μπορῶ νά σᾶς καταγγείλλω ἐπί συκοφαντίᾳ, πῶς θά ἀποδείξετε ὅτι δέν ἔχει σωστά διπλώματα ὁ συνάδελφός μου;». Ὁ ξενοδόχος ποὺ μᾶς ἄκουε καί μᾶς κύταζε ἀπό ἕνα παράθυρο πλατύ ποὺ ἀνοίγονταν πρός τό διαμέρισμα μέ τά πιάτα, τά φλυτζάνια καί τό ταμεῖο του, ἔκαμε σημεῖα μέ τό χέρι του στό μηχανικό γιά νά τόν πληροφορήσει πὼς ἐκεῖνος ποὺ μιλοῦσε ἦταν τρελλός. Καί τότε σώπασε ὁ μηχανικός, μά ὁ τρελλός, πού βέβαια δέν εἶδε τά γνεψίματα αὐτά γιατί ἦταν στή γωνία καθισμένος καί στραμένος πρός τήν τραπεζαρία, ἐξακολούθησε νά λέει χωρίς τελειωμό γιά τά διπλώματα, γιά τόν τρόπο πού βάζουν τά σίδερα στούς σιδηροδρόμους τῆς Ἀμερικῆς, γιά τό χαρτοβασίλειο τήν Ελλάδα, καί γελοῦσαν ὅλοι καί ἐνθουσιάζονταν καί κόρονε ὅλο καί περισσότερο καί ὅλο ἔλεγε καί ἔλεγε καί λέγοντας γελοῦσε μ’ ὅλη του τήν καρδιά καί ἔδειχνε τά δόντια του πού φαίνονταν πολύ γιατί ήταν ψημένος ἀπό τόν ἥλιο καί λιγνός μ’ ἕνα μούσι μικρό. Μέ εἶδε μέ τό μονόκλ πού φοροῦσα καί μίλησε γιά ἕναν πού κάνει λουτρό στή θάλασσα μέ τό μονόκλ. Μίλησε ἔπειτα γιά τίς γυναῖκες, τίς κυρίες τῆς Ἀθήνας πού ἀπατοῦν τούς ἄντρες τους, εἶπε πώς εἶναι συγγενής τοῦ Πολίτη τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶπε γιά τόν ὑπουργό τῶν Οἰκονομικῶν τό Δραγούμη ὅ,τι εἶχε πεῖ στή βουλή: «Οὐκ ἄν λάβεις παρά τοῦ μή ἔχοντος» ἐνῶ τοῦ γιοῦ του, τοῦ Γιάννη τοῦ Δραγούμη, τοῦ ἔφτειασε πρεσβεία στή Βιέννα πού εἶναι πρέσβυς, κτλ. κτλ. Ἕνας, πού κάθησε ἀπέναντί του στό τραπέζι καί ἔτρωγε σκυμένος καί δέν τόν κύταζε, τόν κούρδιζε κάθε τόσο με ἀπάντησες τσουχτερές, πού τόν ἀνάγκαζαν νά ἀπαντήσει καί ἔτσι κόρονε ἡ συζήτηση καί ἡ ὁμιλία, καί γελοῦσαν ὅλοι καί ὁ τρελλός μαζί καί τό πρᾶγμα ἐπήγαινε crescendo, ὥς πού πέρασε ἡ ὥρα καί ἄρχιζαν νά φεύγουν μερικοί πελάτες, καί μεῖς οἱ δυό δέ μιλούσαμε τοῦ τρελλοῦ καί ζήτησε καί αὐτός να πληρώσει, καί ἔφυγε μιλώντας πάντα.

[Ίων Δραγούμης, Φύλλα ημερολογίου Ε, 1913-1917, επιμέλεια Θ. Ν. Σωτηρόπουλος, Ερμής 1986, σελ. 140-141].

 

 

*Τον υπολοχαγό Καπετανόπουλο από την Κατράνιτσα (σμρν. Πύργοι Κοζάνης).

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις