«ο Έλλην Δραγούμης —χωρίς ευρωπαϊκό πλαίσιο— θὰ έμενε ανεξήγητος»
ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΛΟΥ ΑΓΡΑ* ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, την 1η Μαΐου 1937 (στην σελ. 14). Με την ευκαιρία της κριτικής στο σπουδαίο βιβλίο του Κλέωνος Παράσχου Ίων Δραγούμης, που είχε εκδοθεί την προηγούμενη χρονιά, δίνονται απαντήσεις (από τότε...) σε όσους απέδωσαν στον Δραγούμη –πρώιμα ή όψιμα– αντιευρωπαϊσμό, ανορθολογισμό, πως «απέκρυψε» την πολιτιστική-πνευματική του τροφό κλπ.
ΕΝΑ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ «ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ»
Έκδοση «Πυρσός» Α.Ε. 1936
ΤΟΥ κ. ΤΕΛΛΟΥ ΑΓΡΑ
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΤΟ εἶν’ ἀπὸ τὰ βιβλία «γιὰ τὰ
ὁποῖα ἀξίζουν να γραφούν κι’ ἄλλα βιβλία». Ὁ «Ἴων Δραγούμης», ἐργασία δώδεκα
τουλάχιστον χρόνων, ἐνῶ προσπαθεῖ νὰ ὀργανώσῃ τὴν προσωπικότητα τοῦ βιογραφουμένου,
ὀργανώνει καὶ συστηματοποιεῖ ἀκόμη περισσότερο τὴν προσωπικότητα τοῦ βιογράφου —
ἰδεολογικά, ἠθικά κ’ αἰσθητικά. Καὶ παρόμοια ἔργα εἶναι βέβαια σπάνια γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Δύσκολα στὸ μέλλον θὰ μπορῇ νὰ σχηματίσῃ κανεὶς γιὰ τὸν Ἴωνα Δραγούμη ἰδέα διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ δίνει ὁ κριτικός του μέσα στὸ κριτικόν αὐτὸ μνημεῖο μὲ τὶς δυνατές βάσεις, τὶς πλατειές διαστάσεις, μὲ τὴ λεπτόλογη καὶ πλουσιώτατην ἐπιχειρηματολογία. Ἀπὸ τὰ λογοτεχνικά βιβλία ὥς τὶς κοινοβουλευτικὲς ἀγορεύσεις, ἀπὸ τὴν ἐθνική δράση ὥς τὰ πολιτικὰ ἄρθρα τοῦ Δραγούμη, ὁ κ. Παράσχος —σὲ ὅλα— ἔχει, νομίζω, τόσο περάσει μέσα στὸ «πετσί» τῆς ξένης προσωπικότητος —καὶ ἀντιστρόφως— ὥστε, σὲ πολλὰ μέρη «τρεχούσης» ἀναλύσεως, δὲν ἡμπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις ποῦ τελειώνει ὁ ἕνας καὶ ποῦ ἀρχίζει ὁ ἄλλος, ποῦ τελειώνει ἡ ἑρμηνεία καὶ ποῦ ἀρχίζει ἡ αὐτοβιογραφία.
Μ’ όλα ταῦτα, ὁ κ. Παράσχος μένει ἀμερόληπτος. Ὅταν τύχῃ ἡ εὐκαιρία, σημειώνει τὶς δικές του διαφορές μὲ τὸν Ἴωνα Δραγούμη, μὰ καὶ τοῦ ἴδιου σημειώνει τὶς ἐλλείψεις, ὅπου ὑπάρχουν, καὶ τὶς ἀντιφάσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἀντιφάσεις κι’ ἐλλείψεις ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σημειώσῃ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του... Κ’ εἶναι φανερό, ὅτι γιὰ μιὰ τέτοια κατανόηση, γιὰ μιὰ τέτοιαν ἀφομοίωση, τὸν κ. Παράσχο ἔσυρε βαθειά ὁμοιότης πνεύματος, χαρακτῆρος, ἰδιοσυγκρασίας. Ἀπέφυγε τὸν θερμό, τὸν ἀνεπιφύλακτο τόνο τῆς λατρείας, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Κάρλαϋλ ἔγραφε τοὺς «Ἥρωές» του, ἀλλ’ ὅπωσδήποτε ὁ «Ἴων Δραγούμης» εἶναι τὸ ἔργο τῆς κριτικῆς του ζωῆς.
Πρώτη μεγάλη ἀρετὴ τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ σαφήνεια κ’ ἡ ἁπλότης του. Ἕλλην μαθητής τοῦ κλασσικοῦ Σαὶν Μπέβ ὁ κ. Παράσχος, ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα ἐκείνου: δὲν ἐκυνήγησε κανένα «λογοτεχνικό» —καὶ γενικώτερα, ἐπιφανειακό— χάρισμα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι πρὸς χάρη τῆς ἔντιμης κ’ εὐσυνείδητης αὐτῆς ἁπλότητας, πρὸς χάρη τῆς πιστῆς καὶ χειροπιαστῆς ἀναπτύξεως τῶν πραγμάτων, ὁ κ. Παράσχος ἔκρυψε —ἂν ὄχι κ’ ἐθυσίασε — τὸ μεγαλείτερο μέρος ἀπ’ τὸ λογοτεχνικό του τάλαντο.
Μὲ τὴν ἴδιαν ἔ ν τ ι μ η πρόθεση ἔχει χρησιμοποιήσει ὁ κ. Παράσχος καὶ τ’ ἄφθονα (πραγματικῶς ἄφθονα ὅσο καὶ καίρια) κριτικά του ἐφόδια, τὶς ἄφθονες περικοπές τῶν ξένων (ιδίως Γάλλων) συγγραφέων, τὰ παραδείγματα, τοὺς παραλληλισμούς, τὶς ἀναλογίες. Πουθενὰ δὲν παρουσιάζεται τῆς ἐ π ι δ ε ι χ τ ι κ ῆ ς σοφίας ὁ πλοῦτος, μήτε ἡ πλήξη τοῦ φόρτου καὶ τοῦ περιττοῦ.
Φόρτος καὶ περιττό; Μὰ κάθε ἄλλο! Ἴσα-ἴσα, ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐπικουρικά στοιχεῖα εἶναι τόσο διαλεγμένα, ὅσο καὶ ἀπαραίτητα.
Δυό πράγματα ἀποτελοῦν τὸ θέμα βιβλίου: τὰ ἔργα κ’ ἡ ζωὴ τοῦ Δραγούμη. Καθένα χωριστά, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ ἀνάλυση κ’ ἑρμηνεία. Ἡ ζωή του εἶναι γεμάτη δράση, τὰ βιβλία του κλασσικά καθαρὰ καὶ καλόπιστα. Ἔχουν ὅμως ἀνάγκην ἀπὸ ἀνάλυση ὅταν θέλῃ κανεὶς νὰ γενικεύῃ.... Ἀνάμεσα σὲ μιὰν ἰδέα καὶ σὲ μιὰν ἄλλη τοῦ Δραγούμη, ἢ ἀνάμεσα σὲ μιὰν ἰδέα καὶ μιὰ πράξη του, μεσολαβεῖ συχνά τόση ἀπόσταση, ἢ καὶ παρουσιάζεται τόση ἀντίθεση, ὥστε μόνο μὲ τὴ βοήθεια γ ε ν ι κ ε ύ σ ε ω ν καὶ ἀφορισμῶν καὶ ξένων ἰδεῶν μπορεῖ νὰ γεφυρωθῇ. Αὐτὴ ἡ γέφυρα εἶναι, κάποτε, ἕνας συλλογιστικός «σωρείτης», ἕνας συλλογιστικός μαίανδρος, κάποτε πάλι κ’ ἕνα εὔθραυστο σόφισμα ποὺ ἀπὸ πρώτην ὄψη ἤθελε φανῇ ἀνιαρό, πλαστό ἢ ἀπολύτως ἀνύπαρκτο κι’ ἀκατανόητο γιὰ μιὰν ἁπλῆ καὶ τετράγωνη σκέψη γιὰ τὴν ἀκατέργαστην ἀκόμη Σκέψη τὴν Ἑλληνική. Ὅμως, μὲ τὴν ἀνάπτυξη, μὲ τὴ σύγκριση, μὲ τὸν παραλληλισμὸ τῶν ξένων, ὅλ’ αὐτὰ ἀποκτοῦν ἀληθινὴν ὀντότητα, γίνονται ἔννοιες, πραγματικότητες, συχνά «σιδηραῖ» καὶ φθάνουν κάποτε σ’ ἔνταση τραγική. Λοιπόν, νά, γι’ αὐτὴ τὴν ἄμεση τὴν ἀπαραίτητη χρήση ὁ κ. Παράσχος —καὶ μόνο— μεταχειρίσθηκε τὴν ἀληθινὰ ἀπέραντη κι’ ἀληθινὰ γόνιμη βιβλιακή του σοφία.
Πιστεύω ὅτι ἐλάχιστοι σύγχρονοί μας ἐδῶ στὴν ῾Ελλάδα —μὰ κ’ ἔξω ἴσως σήμερα πιά—θὰ ἦσαν ὁπλισμένοι μ’ αὐτή τὴ σοφία —τόσο πλούσια, ὅσο καὶ λεπταίσθητη καὶ λιγερώτατα λεπτή, ὥστε νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ συνδέσουν τὸν Ἴωνα Δραγούμη μὲ τὰ εὐρωπαϊκά φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς του μὲ τὸν Νίτσε, τὸν Μπαρρές, τὸν Ζίντ. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο δὲν ἐγινόταν τότε ὁ Ἕλλην Δραγούμης —χωρίς εὐρωπαϊκό πλαίσιο— θὰ ἔμενε ἀνεξήγητος γιατί θὰ ἦταν ἀσυστηματοποίητος, ἀπὸ τοὺς μεταγενεστέρους του.
Ἄλλη μεγάλη ἀρετή τοῦ βιβλίου εἶναι ὅτι ὁ σύνδεσμος τοῦτος τοῦ Δραγούμη μὲ τὴν ξένη φιλοσοφική σκέψη δὲν ἔγινε περιστασιακά, ἐπεισοδιακά κι ὅπου τύχῃ μαζὶ μὲ τὴν πρόοδο τοῦ ἔργου. Ἀπεναντίας, προπαρασκευάσθηκε προκαταβολικά, στὴ σειρὰ τῶν πρώτων κοπιωδέστατων κεφαλαίων («Οἱ ρίζες τῆς προσωπικότητος»), ὅπου ὁ σύνδεσμος αὐτός, ἔλαβεν ὁριστικὴ μορφὴ κ’ ἔγινεν ἡ ἀκλόνητη βάση γιὰ νὰ στηρίξῃ τὸ σύνολο. Ἡ σύνθεση τῶν συλλογισμῶν τούτων ἔγινεν, ἀβίαστα, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, μαζὶ μὲ τὴ χρονολογική πρόοδο πράγμα ἰδεῶδες γιὰ τὰ κριτικὰ ἔργα ποὺ συνήθως διχάζονται σὲ τούτο.
Ἠμπορεῖς, χωρὶς νὰ πιστεύῃς στὴν ἀρχὴ τοῦ «Ἴωνος Δραγούμη» —νὰ εἶσαι ὁ μονήρης κι’ ὁ ἀπόκοσμος, κι’ ὅμως νὰ διαλέξῃς, συγχρόνως, ἐκδήλωση ἀπολύτως κοινωνική— νὰ γίνῃς «πολιτικός»; Ναί. Ὅταν ἄ ρ χ ῃ ς ἐπάνω στοὺς ἄλλους.
Ἠμπορεῖς, χωρὶς νὰ πιστεύῃς σὲ τίποτε, οὔτε στὴν ἀνθρώπινην ἀξία, νὰ ζήσῃς ὡς τόσο καὶ νὰ δράσῃς πάνω στὸν κόσμο τοῦτο; Ναί. Ὅταν πιστεύῃς στὸ «ἐγώ» καὶ στὴν ἀξία τοῦ «ἐγώ»! Ἡ δράση τοῦ «ἐγὼ» ἐπάνω στὸ ἔθνος ἠμπορεῖ νὰ γίνη χάρη τοῦ ἐγώ, καὶ ὄχι χάρη τοῦ ἔθνους!
Ἠμπορεῖ νὰ συμβιβασθῆ ὁ πεσσιμισμὸς μὲ τὴ δράση; Ναί. Ὅταν ἡ δρᾶσις γίνεται γιὰ ν’ ἀσκηθῇ τὸ «ἐγώ».
Ἠμποροῦμε λοιπὸν νὰ κηρύξωμε «τὴν ἐνέργεια χάρη τῆς ἐνεργείας», τὴν «acte pur», τὴν τάση τοῦ νὰ δράσωμε γιὰ νὰ γνωρίσωμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ ἐνεργοῦμε δίχως ἄλλο σκοπό, τρόπον τινά κ α λ λ ι τ ε χ ν ι κ ά.
Ἀπό παρόμοια στενά μονοπάτια βγαίνομε σ’ ἀνοιχτότερους δρόμους...
Ἀφοῦ ἐννοήσαμε ἔτσι τὴν ἐνέργεια, κατ’ ἀρχή, τίποτα δὲν ἀλλάζει καὶ νὰ τὴ νοήσωμε στὸν ἀνώτατο βαθμό τῆς ἐντάσεώς της —στὸν ἀγῶνα. Ἠμποροῦμε κ’ ἐδῶ νὰ κηρύξωμε: «Ἀγωνίζου γιὰ τὸν ἀγῶνα». Ἠμποροῦμεν ἔπειτα ν’ ἀνοίξωμε ὅλ’ αὐτά, καὶ νὰ τὰ κάμωμε ἀπὸ τὸ ἄτομο, ποὺ ἦσαν πρίν νὰ τὰ κάμωμε ὁμάδα, ἔθνος, φυλή! Ὄχι μόνο τ’ ἄτομα, μὰ καὶ τὰ ἔθνη ἠμποροῦν ν’ ἀγωνίζονται, μόνο γιὰ νὰ μὴν ἀπονεκρωθοῦν. Καὶ γιὰ τὴ δημιουργία τῶν ἐξαιρετικῶν ἀτόμων...
Ἀπὸ τὸ «ἠμποροῦν ν’ ἀγωνίζωνται», ἕνα βῆμα μᾶς χωρίζει ὥς τὸ «πρέπει ν’ ἀγωνίζονται» ... Καὶ ἰδοὺ ὅλη ἡ ὑποθετική σειρὰ τῶν συλλογισμών τῶν «βεβιωμένων συλλογισμῶν», γιὰ νὰ πάρωμε τὴ φράση του καιροῦ μας — ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ Δραγούμης, μολονότι κινημένος ἀπὸ τὸν μηδενισμό, ἐν τούτοις —ἐσκεμμένα; ὑποσυνείδητα;— κατώρθωσε σιγά-σιγὰ νὰ φθάσῃ στὴν ἡρωολατρεία —ἡρωολατρεία στὸ πρόσωπο τοῦ γαμβροῦ του Παύλου Μελᾶ, ποὺ ἐσκοτώθηκε ἀντάρτης στὴ Μακεδονία. Ἀληθινὴ μαντεία. Ἀληθινὴ λειτουργία διαλεκτικῆς ὅμως χρειάζεται γιὰ νὰ βρεθοῦν, νὰ σαφηνισθοῦν καὶ ν’ ἀλληλοσυνδεθοῦν αὐτοὶ οἱ συλλογισμοί καὶ – τὸ ξαναλέγω νὰ – γίνουν τόσο στερεοὶ, ποὺ νὰ κρατήσουν ἐπάνω τους τόση καὶ τόση δράση.
Ὅμως, ἀληθινά, ἔτσι, μέσα στὸν σύγχρονο κόσμο τῶν ἰδεῶν, μὲ τοῦτες τὶς ἐλαστικότητες, τὶς γενικεύσεις, τὶς θεωρήσεις «ἀπὸ περιωπῆς», καταντᾶ τέλος νὰ μὴν ὑπάρχουν πιὰ καθαυτὸ ἀντιθέσεις, οὔτε ἀσυμβίβαστα ἀνάμεσα σὲ δυὸ ἰδέες, γιατί ἡ θέση ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τόσο πλατειά, ποὺ ναὕρη τῆς ἀντιθέσεως τὰ σύνορα...
Κ’ εἰδικώτερα, θὰ εἶχε κανεὶς νὰ παρατηρήσῃ καὶ τοῦτο: Ὅταν λέγω ἔξαφνα, ὅτι ἡ σκέψις ἔκαμεν ὥστε ἡ δρᾶσις τοῦ Ἄλφα ν’ ἀτονήσῃ, αὐτὸ πρέπει, βέβαια νὰ τὸ ἀποδείξω. Μὰ χρειάζεται, ἇρα γε ἀ π ό δ ε ι ξ η καὶ τὸ ἀντίθετο; ὅτι δηλαδή ἡ δρᾶσις, μόλις τύχῃ νὰ ἐκδηλωθῇ σ’ ἕνα πρόσωπο, ἔστω στοχαστικό, κάμνει ν’ ἀτονήσῃ ὁ στοχασμός του; Αὐτό, μοῦ φαίνεται, πάει πολύ... Νομίζω ὅτι ἡ λεγόμενη «ἀποσύνθεση τῆς ἐνεργείας ἐξ αἰτίας τῆς Σκέψεως» εἶναι συνήθως, ἕνας ὡραῖος μύθος.Ἡ δρᾶσις εἶναι, τὸ παντοδύναμο ὁρμέμφυτο, τὸ ἀνθρώπινο φυσικό. Καὶ γιὰ τὸν Δραγούμη, ἡ φ υ σ ι κ ή κ α τ ά σ τ α σ ι ς ὑπῆρξεν ἡ δρᾶσις. Γιὰ καιρό πολύ, τοῦ τὴν ἐδέσμευεν ἡ Σκέψις. Ἔπρέπε νὰ βρεθῇ κάποιος συνεκτικός δεσμός, κάποια συνεννόηση καὶ συντονισμός μεταξύ τους... Μὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἡμποροῦσε νὰ κρατήσῃ αἰωνίως· ἡ δράση ξέσπασε κάποτε, κι’ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὑγιής, βλαστὸς ἀπὸ ρωμαλέαν οἰκογένεια, ὁ Μακεδών, ὁ δραστήριος ἀνάμεσα σὲ δραστήριους, ἄρχισε νὰ κινῆται. Καὶ δὲν ἐσταμάτησε ποτέ, ἕως τὴ μοιραίαν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.
Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἠμποροῦσαν νὰ κυτταχθοῦν κ’ ἔτσι, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν κ. Παράσχο, τὸν ἀπαισιόδοξο μαθητή καὶ ἑρμηνευτὴ τῆς φιλοσοφίας τοῦ Ἀνατόλ Φράνς. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, τ’ ἀρχικὰ κεφάλαια τοῦ βιβλίου του ἀντικατοπτρίζουν πιστά, ὅσο καὶ σοφά, τὴ διανόηση τῆς προπολεμικῆς Εὐρώπης, ποὺ μέσα στὴν ἀτμόσφαιρά της ὁ Δραγούμης ἀνέπνευσε κ’ ἔδρασε· κατοπτρίζουν ἐπίσης καὶ τοῦ ἴδιου Δραγούμη τὴ διανόηση, ποὺ εἶχε τὴν πεποίθηση, ὅπως καὶ ὁ βιογράφος του ὁ κ. Παράσχος, ὅτι ἡ ἔμφυτη τάσις του γιὰ δράση δὲν ἦταν ἕνα γενικό, ἀνεξιχνίαστο κι’ αὐτογέννητον ἐ λ α τ ή ρ ι ο —ἕνα γεγονός, γεγονὸς θετικό— ἀλλ’ ὅτι ὤφειλε νὰ γίνῃ τελικὸς σκοπός, ὁ λογικός σκοπός: ἡ τελείωση τῆς Σκέψεώς του.
Ὅλ’ αὐτὰ εἶναι μιὰ ἁπλῆ πτυχὴ ἀπὸ τὸ ἔργον. Εἶναι ἡ εἰσαγωγή, ὅπου ἀναλύεται ὁ φ ι λ ό σ ο φ ο ς. Ἀκολουθοῦν πολλὰ ἄλλα κεφάλαια, ὅπου ἀναλύεται, στὴ σειρά, ὁ ἐθνικιστής, ὁ ἱμπεριαλιστής, ὁ σοσιαλιστής, ὁ καλλιτέχνης. Τέλος, σὲ ἰδιαίτερο Μέρος, καὶ ὡσὰν σύνθεση ὅλων αὐτῶν, ἀναλύεται ὁ πολιτικός. Κ’ ἔπειτα, πυκνοτυπωμένη, ὅσο κι’ ἀτελεύτητη, παρατάσσεται σειρὰ ἀπὸ ἐπεξηγήσεις, πίνακες, σημειώσεις, εὑρετήρια, πίνακες περιεχομένων.
Πιστεύω πως ὅλ’ αὐτὰ ἀπαρτίζουν ἕνα ἔργο κλασσικό. Οἱ ἐθνολόγοι θὰ τὸ σχολιάσουν ἴσως διαφορετικά. Οἱ πολιτικοὶ ἴσως νὰ τὸ εὔρουν ὑπερβολικά... ἀμερόληπτο. Μὰ ὅλοι αὐτοὶ θὰ λησμονοῦσαν τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου, καθώς καὶ τ’ ὄνομα τοῦ συγγραφέως του. Ὁ «Ἴων Δραγούμης» εἶναι ἡ ἀνάλυση μιᾶς προσωπικότητος. (Ἤ μᾶλλον, ἡ σύνθέση μιᾶς προσωπικότητος). Τοῦτο πρὸ πάντων. Καὶ μάλιστα προσωπικότητος ποὺ ἦταν πεπρωμένο νὰ μὴν ἐκδηλωθῇ —νὰ μὴν προφθάσῃ νὰ ἐκδηλωθῇ μέσα στὴ σφαῖρα τῆς προσχεδιασμένης της δράσης, ἀλλὰ νὰ μείνῃ στὴ σφαῖρα, ἐπάνω-κάτω, τὴν ἰδεαλιστική...
(ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ)
*ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899 – 1944). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου. Γεννήθηκε στην Καλαμπάκα και ήταν γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.