«Ένας ονειροπόλος της Μακεδονίας»*

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΒΕΝΕΖΗ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΝΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ, «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» (10.12.1961)

 

 

 

Τὸ Ἡμερολόγιο τοῦ Ἴωνος Δραγούμη (...) εἶνε παρηγοριά.

 Ηλίας Βενέζης 


ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΕ Ο ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ έχει γράψει με αφορμή κείμενα του Ί. Δραγούμη. Στην Εφταλού του, παραθέτει αυτούσιο απόσπασμα από το Μαρτύρων και ηρώων αίμα όταν γράφει για τον Γερμανό Καραβαγγέλη και τη θητεία του σε Καστοριά και Μακεδονία (1901-1907). Μαζί με τον Ίωνα ο Βενέζης τιμά εκεί και τον τόπο καταγωγής των Δραγούμηδων, το Βογατσικό. Συνθέτει το υλικό αξιοποιώντας μαζί κάποια δημοσιευμένη τότε σχετική ιστορική αναφορά-μαρτυρία. Εδώ χρησιμοποιεί μερικά αποσπάσματα από ήδη ανθολογημένα-δημοσιευμένα αλλού από τον Φίλιππο Δραγούμη από το Τετράδιο 18 (των Βαλκανικών πολέμων) που για πρώτη φορά δημοσιεύτηκαν ολόκληρα …εξήντα χρόνια αργότερα, το 2021 (Δραγούμης Ίων,  Τα «κρυμμένα» ημερολόγια, Οκτώβριος 1912 -Αύγουστος 1913, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχόλια: Νώντας Τσίγκας, Πατάκης 2021).

 

 

Ἕνας ὀνειροπόλος τῆς Μακεδονίας


Ο ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ.—ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΟΥ. ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.—«ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΘΑ ΔΙΕΥΘΥΝΟΥΝ ΤΟ ΝΕΟ ΚΡΑΤΟΣ».

 

Μπήκαμε στὸν κύκλο τῶν θεμάτων τῆς Μακεδονίας, τῆς ἱστορίας της, τῶν ἀγώνων της. Εἶνε ἀτελείωτος, δριμύς, ὅλο πάθος. Δὲν εἶνε εὔκολο νὰ φύγουμε ἀπ’ τὴν ἔλξι καὶ τὴ δύναμί του. Καὶ γιατί νὰ φύγουμε; Ἐκεῖ ἀπάνω, στὴ βορεινή Ἑλλάδα, στὴ Μακεδονία καὶ στὴ Θράκη καὶ στὴν Ἤπειρο χτυπᾶ ἡ πιό ζεστή καρδιά τῆς Ἑλλάδας.

     Μένουμε λοιπόν καὶ σήμερα στὸν κύκλο τῶν θεμάτων τῆς Μακεδονίας.

  Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀλέξανδρου Ζάννα παρακολουθήσαμε τὴν περασμένη Κυριακή, μερικές σελίδες τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνα μας. Πρὶν συνεχίσουμε τὴν περιπλάνησή μας σ’ αὐτές τὶς σελίδες, σταματοῦμε γιὰ λίγο στὸν Ἴωνα Στεφ. Δραγούμη. Ἦταν ἕνας ἀπό τοὺς ὀραματιστές τοῦ νεότερου Ἑλληνισμοῦ. Ἡ ἴδια ἡ φλόγα ποὺ ἔκαιγε τὸν Παῦλο Μελᾶ γιὰ τὴ Μακεδονία, ἔκαιγε καὶ τὸν Ἴωνα Δραγούμη. Ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικών στὴν τουρκοκρατούμενη τότε Μακεδονία ὑπηρέτησε καὶ αὐτὸς μὲ ἀφοσίωσι τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα.

ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, στοὺς βαλκανικούς πολέμους, τοῦ προωρίστηκε ἡ καλή μοίρα νὰ εἶνε ἀπ’ τοὺς πρώτους ποὺ πάτησαν τὰ ἀπελευθερωμένα ἐδάφη. Ἔπαιξε μάλιστα ρόλο πρωταγωνιστοῦντα στὰ γεγονότα. Αὐτός, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Διαδόχου-Ἀρχιστρατήγου, συνώδευσε τοὺς ἀξιωματικούς τοῦ Έπιτελείου γιὰ τὶς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Ταχσίν Πασᾶ γιὰ τὴν παράδοση τῆς Θεσσαλονίκης στοὺς Ἕλληνας. Τὸ πρωτόκολλο τῆς παραδόσεως εἶνε γραμμένο γαλλικὰ μὲ τὸ χέρι τοῦ Ἴωνος Δραγούμη.

     Παρακολουθοῦμε τὰ συναισθήματά του, τὴ συγκίνησί του γιὰ ὅσα τελοῦνται, μές στὶς σελίδες τοῦ ἡμερολογίου του:

    «Θεσσαλονίκη, 27 τοῦ Ὀκτώβρη.

    Τὸ πρωί στὶς 27, μὲ κάλεσε ὁ Διάδοχος καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάω μὲ τὸν σιδηρόδρομο στὴ Θεσσαλονίκη, μαζί μὲ ἀξιωματικούς, τοῦ Ἐπιτελείου, γιὰ νὰ συζητήσουμε καὶ κλείσουμε συμφωνία μὲ τὸν Ταχσίν Πασᾶ, σχετικὰ μὲ κάτι λεπτομέρειες γιὰ τὴν παράδοση τῆς Θεσσαλονίκης.

   Βιαζόμουν νὰ φύγουμε. Τέλος φύγαμε. Περάσαμε τὴ γέφυρα τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ κατά τὶς 8 τὸ πρωί φτάναμε στὸ σταθμό Θεσσαλονίκης. Ὅταν μπαίναμε στὴ Θεσσαλονίκη μιὰ συγκινημένη ἠδονή μὲ γέμιζε ὅλον, τέτοια ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν περιγράψω, γιατί δεν ξέρω ἀπὸ τί στοιχεῖα, ὡρισμένα, ἀποτελεῖται. Ἴσως νὰ ἦταν:

     «Ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, μὲ τὴν ἀξιοσύνη μας, μπαίνουμε στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἐνῶ δὲν τὸ περιμέναμε νὰ εἴμαστε τόσο ἄξιοι».

      Καὶ τὸ ἄλλο: «Μπαίνουμε νικητές στὴ Θεσσαλονίκη ποὺ τὴν ἐγνώριζα ὥς τώρα ἀπὸ τὰ πρωτυτερινά μου ταξίδια, πολιτείαν, ὅπου μᾶς βασάνιζαν οἱ Τοῦρκοι, οἱ παλιοί νικητές μας. Νικήσαμε τοὺς νικητές τῶν προγόνων μας».

      Καὶ τὸ τρίτο: «Ἐμεῖς, οἱ λίγοι, ποὺ δουλέψαμε χρόνια στὴ Μακεδονία, γιὰ νὰ κάνουμε τὸ Ἔθνος νὰ πολεμήσῃ γιὰ δαύτην καὶ νὰ τὴν πάρῃ, νὰ ποὺ εἴδαμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ μάτια τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας μας, τὴν ἐκπλήρωση τῶν πόθων μας, τὸ στεφάνωμα τῶν κόπων μας».

     …Ἦταν μαζί μου καὶ ἕνας, ποὺ μαζί μου εἶχε βάλει τὴν ψυχή του σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο, ὁ ἀξιωματικός Ἐξαδάχτυλος, καὶ τὸν ἀγαποῦσα.

     Κόσμος τὸν ἀναγνώριζε καὶ τὸν φιλοῦσε. Ἐμένα κανένας δὲν μ’ ἀναγνώριζε γιατί ἦμουν στρατιώτης. Στὴ Μητρόπολη ἐγὼ ἀνέβασα τὴν Ἑλληνική σημαία.

 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, τὴ μόλις ἀπελευθερωμένη, ὁ Ἴων Δραγούμης αἰσθάνεται δυνατά τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Δὲν εἶνε ἐδῶ ἡ ἀτμόσφαιρα τῶν καφενείων τῆς παλιᾶς Ἑλλάδος, ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς μικροπολιτικῆς, τῆς συναλλαγῆς, τῆς ἤττας τοῦ 1897. Ὅλα ἔχουν ἁγιότητα καὶ πίστι καὶ φήμη, σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, τὸν ὑπόδουλο, ποὺ ἀπελευθερώνεται. Ὁ Ἴων Δραγούμης συναντᾶ στὸ ξενοδοχεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ μόλις ἀπελευθερώθηκε, κάτι Ἀθηναίους καὶ Ἀθηναίες ποὺ ἔχουν καταπλεύσει. Καὶ σημειώνει, μὲ χρονολογία 16/29 Νοεμβρίου 1912, στὸ Ἡμερολόγιό του: «Εἶδα τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὶς Ἀθηναίες στὸ ξενοδοχεῖο. Ἐμετός! Τὶ ἦθελαν ἐδῶ αὐτοὶ οἱ γνωστοί «ξένοι»; Τί περιφέρονται; Τί θέλουν νὰ δείξουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο;»    

     Διαφήμιση στην εφημερίδα Μακεδονία (15.12.1912) 

 Εἴδατε στυγνότητα; Ὁ Ἴων Δραγούμης αἰσθάνεται ξένους τοὺς καθαρόαιμους Ἀθηναίους καὶ τὶς κυρίες τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ καταφθάνουν στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ κάμουν, ἴσως, κοσμικὴν κίνησιν ἐν πολέμῳ. Τοὺς αἰσθάνεται ξένους πρὸς τὰ γνήσια στοιχεῖα που τὸν περιβάλλουν. Προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Ἐλέγχει γενικώτερα, ἀπωθεῖ, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ παλαιοελλαδικό ποὺ φέρνουν οἱ ἐλευθερωτές τῆς Μακεδονίας. Ἀρχίζει νὰ ὁραματίζεται τὶς γόνιμες ἐπιδράσεις τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῶν νέων χωρῶν, ἐπάνω στὸν παλαιό. Ὁραματίζεται τὴ νέα γενεά. Καὶ κάτι ἄλλο: τοὺς Μακεδόνες νὰ παίρνουν στὰ χέρια τους τὰ ἡνία τοῦ Κράτους.

     Γράφει στὸ Ἡμερολόγιό του, στὶς 8/21 Νοεμβρίου 1912, μές στὸ σιδηρόδρομο, πηγαίνοντας στὴ Φλώρινα: «Ἦρθαν οἱ Ἕλληνες μὲ τὸ σταυρὸ τὸν ἑλλαδικό, ποὺ τὸν ξαίρω καλά, γιατί καί γὼ ὑπηρέτησα σὲ δαῦτον. Ἡ Μακεδονία ἦταν παλιά, δική μου γνωριμία καὶ πεῖρα καὶ τώρα αἰσθάνομαι ἄλλος.

    Ἀκόμα οἱ Ἕλληνες, ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴν ῾Ελλάδα καὶ πῆραν τοῦτα τὰ χώματα, δὲν ἄλλαξαν, εἶνε οἱ ἴδιοι ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἀπὸ τώρα θ’ ἀρχίση νὰ μορφώνεται κάποια νέα γενεά ἀπό Ἕλληνες, ποὺ θὰ εἶνε διαφορετικὴ ἀπὸ κείνη, ποὺ ἦρθε στὴ Μακεδονία. Οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ποὺ ἦρθαν καὶ πῆραν τὰ μέρη τοῦτα, ἀλλάζουν, καὶ αὐτοὶ θὰ γεννήσουν τὴν ἀλλοιώτικη γενεά. Καὶ τὸ ἑλλαδικό κράτος θὰ ξαναχυθῆ σὲ ἀλλοιώτικο καλούπι. Αὐτοί ποὺ πολέμησαν θὰ ἔχουν νὰ διηγηθοῦν κάτι στὰ παιδιά τους, θὰ ἔχουν κάτι νὰ περηφανεύωνται. Ἡ καφενέδικη ζωὴ τῶν Ἀθηναίων πάει, διακόπηκε, καὶ νά τους ποὺ βρίσκονται στ’ ἄγρια μέρη τῆς Μακεδονίας καὶ ἀγωνίζονται. Καὶ οἱ Μακεδόνες, αὐτοὶ οἱ πιὸ σοβαροί Ἕλληνες, αὐτοὶ θὰ διευθύνουν τὸ καινούργιο κράτος, μαζὶ μὲ τοὺς ἐξαίρετους Κρητικούς».

    Ο ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ φθάνει στὸ Μοναστήρι στὶς 10/23 Νοεμβρίου 1912. Τὸ βρίσκει σερβικό. Θυμᾶται τοὺς ἀγῶνες τους, ἐδῶ καὶ δέκα χρόνια:

   «...Ὅταν πριν δέκα χρόνια περπατοῦσα σ’ αὐτὸν τὸν κάμπο, κάτω ἀπὸ τὸ Μπούκοβο καὶ τ’ ἄλλα χωριά τοῦ Περιστεριοῦ, λυπόμουν κι’ ἔλεγα:

   «Ἆραγε θὰ εἶνε ποτὲ δικά μας τοῦτα τὰ χώματα;». Καὶὅμως παρά τρίχα νὰ τὰ πάρουμε. Λίγο νὰ βιαζόμαστε περισσότερο θὰ εἴχαμε φτάσει ἐμεῖς πρῶτοι στὸ Μοναστήρι. Μπῆκα στὸ Μοναστήρι ὕστερα ἀπό τὰ μεσάνυχτα καὶ ἔβρεχε ψιλά-ψιλά, καὶ τὸ φεγγάρι φώτιζε μέσ’ ἀπ’ τὴν ὁμαλή, διάφανη συννεφιά, τὴ γαλατένια. Περπατοῦσα στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ ἤτανε σὰν ὄνειρο νὰ ξαναυρίσκομαι ἐγώ, ὕστερα ἀπό δέκα χρονῶ ζωή, στὴν πολιτεία τῆς Μακεδονίας ποὺ πρωτογνώρισα, πρωταγάπησα. Καὶ τὴν ἀγαποῦσα πολύ πάλι, καὶ μὲ συγκινημένη λύπη τὴν ξαναθωροῦσα».

      Δυό μέρες ἀργότερα, βρισκόμενος στὸ Μοναστήρι πάντα, ὁ Ἴων Δραγούμης σημειώνει στὸ Ἡμερολόγιό του:

    «Στην ἴδια κατανυχτική ἐκκλησία ἔγινε δοξολογία μὲ ψαλμωδίες ὄμορφες, βυζαντινές, παιδιῶν καὶ μεγάλων. Μπῆκα στὸ σπιτάκι μου, τὸ ἄλλοτε, καὶ ἀνανοήθηκα παλιούς καιρούς. Περπάτησα στοὺς δρόμους ποὺ τόσες φορὲς ἐπέρασα. Εἶδα τὰ χωριά, ποὺ τὴν ἄνοιξι εἶνε χαρά Θεοῦ, καὶ εἶδα τὰ δέντρα, ποὺ τὸ χειμῶνα μὲ τὴν πάχνη εἶνε μαγικά...

     Ὅσο μένω ἐδῶ ζῶ σ’ ἄλλα 7 χρόνια ποὺ μοῦ φαντάζουνε σὰν ὡραιότερα. Βλέπω ἀνθρώπους ἐκείνου τοῦ καιροῦ εἶνε ζωντανοί καὶ μοῦ μιλοῦν καὶ εἶνε οἱ ἴδιοι. Μοῦ ἔρχεται νὰ τραγουδήσω ἕνα-ἕνα τὰ ὀνόματα τῶν σπιτιών, τῶν  δρόμων, τῶν δέντρων ποὺ γνωρίζω, καὶ ὕμνο νὰ ὑψώσω στὸ ὑψηλὸ καὶ ἄσπρο Περιστέρι μὲ τὰ ὄμορφα χωριά του».

 

 

      

 ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ὁ Ἴων Δραγούμης βρίσκεται στὴ Φλώρινα. Σημειώνει στὸ Ἡμερολόγιό του: «Μοῦ εἶπαν δυὸ ἄνθρωποι ἐδῶ, ὁ καθένας χωριστά, πώς, ὅταν πρωτοπέρασα ἀπὸ τὴ  Φλώρινα χρόνια τώρα, εἴχαμε ἀνεβῆ σ’ ἕνα λόφο κι’ ἐγὼ ἔλεγα, πὼς ὁ κάμπος αὐτὸς ἦταν καλὸς γιὰ καμμιὰ μεγάλη μάχη πυροβολικοῦ. Ἐγώ δὲν θυμούμουν καθόλου τὰ λόγια μου τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ποιός ξέρει τί θὰ σκεφτόμουν τότε, ἴσως τὸ 1897, καὶ θὰ ἔλεγα μὲ βουβό πόνο, πώς χρόνια θὰ περάσουν, ὥς ποὺ νὰ εἴμαστε ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι νὰ κάνουμε ἐμεῖς καμμιά τέτοια μάχη. Ἴσως καὶ νὰ ἔλεγα, πώς ποτέ δὲ θὰ εἴμαστε ἄξιοι».

    Ἰδοὺ καὶ μιὰ εἰκόνα τοῦ πολέμου ποὺ καταγράφει ἐν συνεχείᾳ στὸ Ἡμερολόγιό του:

    «Γυρίζοντας μὲ τὸ σιδηρόδρομο κατὰ τὴ Θεσσαλονίκη βλέπαμε καραβάνια ἀπό Τούρκους καὶ Τούρκισσες καὶ Τουρκοπούλες μὲ ἄσπρες μπόλιες ποὺ ἔφευγαν ἀπὸ τὰ καμένα τους χωριά. Ψόφια ἄλογα καὶ λάσπες, ἄνθρωποι πεθαμένοι καὶ μελανιασμένοι, γυναίκες καὶ παιδιὰ νεκρά. Ἀπὸ κούρασι, ἀπὸ πεῖνα, ἀπὸ κρύο, ἀπὸ κακοπάθειες ἢ ἀπὸ βόλι πῆγαν αὐτοί; Ποιὸς τὸ ξέρει; Μὰ δὲν ἦταν ζωή, ἡ ζωή αὐτή ποὺ τοσες μέρες τώρα κάνουν, ἀφότου τοὺς ἔκαψαν τὰ χωριά τους.

     Στὴ λίμνη τοῦ Ὀστρόβου, ποὺ εἶνε πέτρινη γύρω, μικροί κέδροι μεγαλώνουν στοὺς ὄχτους».

       ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΤΥΧΕΙΣ σήμερα διαβάζοντας αὐτές τὶς ἁγνές σελίδες ἑνὸς ἀγνοῦ Ἕλληνα. Μᾶς ἦταν προωρισμένο νὰ διαβάσουμε ἀρκετὰ ἡμερολόγια τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Μᾶς ἀπογοήτευσαν, τὰ περισσότερα, μὲ τις ἴντριγκες, τὶς μικρότητες, τὶς ραδιουργίες, τὶς ἀδίστακτες φιλοδοξίες, τά πάθη ποὺ προβάλλουν.

   Τὸ Ἡμερολόγιο τοῦ Ἴωνος Δραγούμη, οἱ σελίδες ποὺ διαβάσαμε, εἶνε παρηγοριά.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

 

*Δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα Ακρόπολις , στο φύλλο της 10ης Δεκεμβρίου 1961, στην τακτική στήλη που διατηρούσε ο Η. Βενέζης, «Η ιστορία-ο θρύλος -η ζωή  Η Ελλάδα χτες και σήμερα».  

Μεταγραφή-επιμέλεια : ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις