«ο ξεχωριστός, που είχε σ’ όλη τη ζωή του οδηγὸ τὸ ΧΡΕΟΣ»...
ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ «ΔΕΚΑ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟ ΝΟΥΜΑ», που τυπώθηκε το 1920 στη μνήμη του Ι. Δραγούμη, γράφει ο Δ. Π. Ταγκόπουλος (1860-1926), ιδρυτής και διευθυντής του περιοδικού Ο Νουμάς, θερμός δημοτικιστής, ακραιφνής «ψυχαρικός», που ηταν και ο ανθολόγος των δέκα κειμένων που δημοσιεύτηκαν. Ο Δραγούμης είχε συνεργαστεί στενά από το 1905 μέχρι το 1912 με το περιοδικό, δίνοντας προδημοσιεύσεις έργων του ή αποσπάσματά τους και γράφοντας μαχητικά άρθρα συχνά με ψευδώνυμο (Τοξότης, Ίδας, Βρούτος, Ανθρωποΐδας πίθηκος). Κατά τον Διχασμό ο Ταγκόπουλος προσχώρησε αναφανδόν στο Βενιζελικό στρατόπεδο και μάλιστα έλαβε μέρος στην τρομερή Υπηρεσία λογοκρισίας (θέσπιση το 1917) με διευθύνοντα τον λογοτέχνη Κ. Χατζόπουλο διαπρύσιο κήρυκα της δημοτικής και ...σοσιαλιστή. Απομακρύνθηκε από την Υπηρεσία Λογοκρισίας το 1919 και διορίστηκε ως γραμματέας στη Σχολή Καλών Τεχνών1.
Στο προλόγισμά του για τον Ίωνα Δραγούμη, ο Ταγκόπουλος γράφει:
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.
Ἐξόν ἀπὸ τὰ τρία βιβλία του κι από τρία-τέσσερα ἀκόμα φυλλάδια του, πολιτικὰ καὶ πατριωτικά πάντοτε, ὅλη σχεδόν ἡ ἄλλη λογοτεχνική εργασία του Ι. Δραγούμη (Ἴδα), δημοσιεύτηκε στὸ «Νουμᾶ». Κι ἀπὸ τὰ τρία ἀκόμα βιβλία του, τὸ ἕνα, ἡ «Σαμοθράκη», στὸ «Νουμᾶ» πρωτοτυπώθηκε (1909-1910), κι ἀπὸ τὶς σελίδες του «Νουμᾶ» τραβήχτηκε σὲ βιβλίο ξεχωριστό. Γιατὶ ὁ Ἴδας, ἀγωνιστής τοῦ Δημοτικισμοῦ κρατερός στάθηκε πλάι στὸ «Νουμᾶ», στήριγμά του ἀκριβό, σωστά δέκα χρόνια ἀπὸ τὰ 1905 ποὺ πρωτοφάνηκε στὶς στῆλες του μὴ τη μελέτη του: «Στὴν Πόλη», ἴσαμε τὸ 1915 ποὔβγαλε δικό του, καθαρά πολιτικό περιοδικό, τὴν «Πολιτική Ἐπιθεώρηση». Μὰ καὶ τὴν «Πολιτική Επιθεώρηση» σὰν ἔβγαζε, δὲν ἀποτραβήχτηκε ἀπὸ τὸ «Νουμᾶ», κι ἂς ἔπαψε νὰ στολίζει τὶς στῆλες του μὲ τἄρθρα του, μόνο τοῦ ἀπόμεινε φίλος πιστός καὶ ὑλικὸς ἀκόμα ὑποστηριχτής. Ἔτσι, μιὰ δεκάχρονη στενή συνεργασία μαζί του σ’ ἕναν ἀγώνα «ἀπεγνωσμένο» καὶ «πολυμέτωπο», ὅπως εἴτανε στὴν πρώτη περίοδο τοῦ «Νουμᾶ» ὁ δημοτικιστικός ἀγώνας, μοὔδωσε ὅλον τὸν καιρὸ κι ὅλες τὶς εὐκαιρίες νὰ τονὲ μελετήσω καλά, καταβάθος, καὶ νὰ χαρῶ τὶς τόσες ἀρετές του, ποὺ στολίζανε τὴν ψυχή του κι ἀποτελούσανε τὸ χαραχτήρα του. Θυμᾶμαι μὲ πόσο πόνο, σὰν αὐτοχτόνησε ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος, μοὖπε τὰ βαθιοστόχαστα τοῦτα λόγια :
—Πάει κι αυτός ! Κρίμα ! ... Κ’ εἴμαστε τόσο λίγοι ! ...
Τὄνιωθε πὼς εἶταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους, ἀπὸ τοὺς τόσο λίγους ἁγνοὺς ἰδεολόγους, ποὺ ἀφίνοντας τὸ ἄτομό τους καταμέρος, μόνο μιὰ Ἰδέα προσκυνοῦν κι ἀκολουθοῦν, καὶ φεύγοντας, θεληματικά ἤ ἄθελα καὶ μὲ βία, ἀπὸ τὴ ζωή, ὅπως ἔφυγε κι αὐτός, αφίνουν πίσω τους ὄχι κεῖνο ποὺ συνηθίσαμε να λέμε συμβατικά «κενόν», μὰ ἀληθινὰ κάπιο χάος.
Ὁ Ἴδας, μὲ ὅλα τὰ ξεχωριστά λογοτεχνικά του χαρίσματα, θἀπομένει στὴν ἱστορία τῆς νεοελληνικής λογοτεχνίας περισσότερο ὡς π ο λ ε μ ι σ τ ή ς, militant, παρὰ ὡς λογοτέχνης. Ἡ κυρίαρχη γραμμή σ’ ὅλη τὴ σκέψη του, σ’ ὅλη τὴν ἐργασία του, εἶταν ὁ ἀγώνας, ὁ πόλεμος. Γιὰ τοῦτο, ἂν καλοπροσέξει κανεὶς καὶ κεῖνες τὶς σελίδες του ἀκόμα, ποὺ φαίνονται, σὲ πρῶτο διάβασμα, καθαρά λογοτεχνικές, θὰ ἰδεῖ πὼς κάτου κι ἀπὸ τὶς ἁπαλότερες φράσες κουφοβράζει ἡ ἀκράτητη ὁρμή τοῦ πολεμιστῆ.
Ἡ Ἑταιρία «Τύπος» τιμώντας τὴ μνήμη τοῦ εὐγενικοῦ αὐτοῦ πολεμιστή, θέλησε νὰ βγάλει τὸ βιβλίο τοῦτο, ὡς μνημόσυνό του φιλολογικό, κι ἀνάθεσε τὴ σύνταξή του καὶ τὴ φροντίδα του σὲ μένα. Τιμή μου ποὺ καὶ δεύτερη φορά μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ βάλω τὄνομά μου πλάϊ στὸ δικό του. Στὰ 1916 τὰ Ἀλεξαντρινά «Γράμματα» βγάλανε μιὰ σύντομη καὶ δυσκολόβρετη σήμερα μελέτη μου μὲ τὸν τίτλο «ΙΔΑΣ», καὶ νά, ποὺ καὶ τώρα, σὲ μένα μοιραῖα πέφτει ὁ κλῆρος νὰ βγάλω τὸ ἐπιμνημόσυνο βιβλίο του.
Βέβαια, θάπρεπε νὰ μαζωχτοῦνε στοργικά καὶ τὰ βγοῦνε σὲ τόμο πολυσέλιδο, ὅλα τἄρθρα του κι ὅλες οἱ μελέτες του, πούναι τυπωμένες στὸ «Νουμᾶ». Τοῦτο σίγουρα πρέπει νὰ γίνει, μιὰ μέρα, ἀπὸ τοὺς θαυμαστές του. Σήμερα, τὸ βιβλίο τοῦτο ἂς λογαριαστεῖ γιὰ περίληψη τῆς σκορπισμένης στοὺς τόμους του «Νουμᾶ» Ἐργασίας του. Καὶ τέτοια, ἀληθινά, εἶναι: Περίληψη. Γιατὶ τἄρθρα καὶ οἱ μελέτες ποὺ διάλεξα νὰ τυπώσω σ’ αὐτό, ἂν καὶ εἶναι γραμμένα πάνου σὲ διαφορετικά, τὰ περισσότερα θέματα, εἶναι κινημένα ὅλα ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία», καὶ καταλήγουνε στὸ ἴδιο «τέρμα»: τὴν ἐθνικιστική του ἰδεολογία. Μιὰ σ υ ν έ π ε ι α ἀξιοθαύμαστη παρατηρεῖ κανεὶς σ’ ὅλη τὴν ἐργασία του. Οὔτε τὸ παραμικρότερο παραστράτισμα. Δὲν ξεχνιότανε ποτέ, ποτὲ τὸ θέμα δὲν τὸν παράσερνε. Ἀκόμα καὶ στὴν «Ἁγνή», σὲ μιὰν ὄαση ὁλοπράσινη ἀγάπης, ποὺ ἁπλώνεται γιὰ ξεκούρασμα τῆς ψυχῆς, μέσα στὶς αἱματοβαμένες σελίδες τοῦ «Ἡρώων καὶ Μαρτύρων αἷμα», ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας θαμποσκεπάζεται, ἂν δὲν χάνεται ὁλότελα, ἀπὸ τὸν ἔρωτα τῆς Πατρίδας. Παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ ἰδεολόγος ἐθνικιστής. Καὶ στὶς ἁπαλότερες γραμμές του ἀκόμα.
Τὸ μαρτυρικό τέλος του, τὸν ἀνέβασε πολὺ στὴν κοινὴ συνείδηση, σχεδὸν τὸν ἐξαΰλωσε — τοῦ πρόστεσε κάτι τὸ θρυλικό στὴν τίμια κι ὁλοφώτεινη ζωή του. Χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ ξελἄγαρίσω κάτι θολό καὶ ἅμορφο ποὺ καλοθρονιάστηκε ἐπίμονα μέσα στὴν ψυχή μου καὶ νὰ ἑρμηνέψω μὲ λόγια ὅ,τι τώρα, τούτη τὴ στιγμή, ποὺ ρίχνω στὸ χαρτί τὶς γραμμές μου αὐτές, σφηνώθηκε μέσα στὲ σκέψη μου, γεννημένο ἴσως αυτόματα ἀπὸ τὴν ὅλη δράση του κι ἀπὸ τὴν ὅλη πνευματική του ἐργασία ποὺ εἶναι ἁπλωμένη ἀνάκατα, δίχως τάξη, στὴ θύμησή μου — χωρὶς νὰ μπορῶ λοιπὸν νὰ τὸ ξελαγαρίσω αὐτὸ ποὺ μοῦ συμβαίνει, μοὔρχεται νὰ πῶ πὼς ἔτσι θἄπρεπε νὰ πεθάνει ὁ ἄνθρωπος ὁ ξεχωριστός, ποὺ εἶχε σ’ ὅλη τὴ ζωή του ὁδηγὸ τὸ ΧΡΕΟΣ καὶ ποὺ ἕναν ἀφέντη μοναχὰ ἔνιωσε πάντα πάνω του, τὸ ΠΡΕΠΕΙ τὸ ἀδυσώπητο*. Δὲν ξαίρω, δὲ μαθεύτηκε, τί εἶπε, σὰν τονέ σωριάζανε καταγὶς οἱ σφαῖρες, οἱ ἡρωικές**. Ἄν τὸν ἄφιναν οἱ σφαίρες καὶ οἱ λογχισμοὶ νὰ πεῖ μιὰ λέξη, σίγουρα ἡ λέξη αὐτὴ θὰ εἶταν κεῖνο ποὺ βροντοφώναξε μέσα στὸ πρῶτο του βιβλίο καὶ θὰ τὸ εἶπε σὰν εὐχὴ ὁλόψυχη πρὸς τὴν Πατρίδα του, ποὺ τόσο τὴν ἀγάπησε καὶ ποὺ τόσο τίμια σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ τὴν ὑπερέτησε:
—Σώνουν οἱ μάρτυρες! ....
Δ. Π. TAΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
1. Πληροφορίες από το υπό έκδοσιν βιβλίο («Επίκεντρο») του ιστορικού Ιωάννη Β. Δασκαρόλη: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το εσωτερικό μέτωπο (1917-1920) ̶ Α΄ Τόμος: η αντιβενιζελική εμπειρία (1917-1919).
(*) «… οὔτε ζύγισα τὰ χρήσιμα πράγματα γιὰ νὰ ἰδῶ ποια εἶναι τὰ πιὸ χρήσιμα. Αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα, πρέπει να γίνει». (Ἡρώων καὶ Μαρτύρων αἷμα, σελ. 64).
(***) Ὅταν τὸν εἴδομεν νεκρόν, τὸ αἷμα ἔρρεεν ἀκόμα ἀπὸ τὰ ἄγρια τραύματά του, ἀλλὰ τὸ πρόσωπόν του, μὲ τὸ ἀλησμόνητον μειδίαμά του, ἔλεγεν ἀκόμη «Ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἵδασι τί ποιοῦσιν. Ἐν τῇ βαθείᾳ στοργῇ, τὴν ὁποίαν, ὡς κ' ἐκεῖνος, ἔχομεν πρὸς τὸν στρατόν μας, θέλομεν μάλιστα, παρὰ τὴν ὀδύνην μας, νὰ ἐξάρωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ κακουργήσαντες δὲν ἀνήκουσιν εἰς σῶμα τοῦ τακτικοῦ στρατεύματος». (Ἀπὸ τὸ ὑπέροχο άρθρο του κ. Ἀθ. Σουλιώτη-Νικολαΐδη ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν «Πολιτική Επιθεώρηση», σελ. 209-210, 29.8.1920.)

%20%CE%91%CE%99%CE%98%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%91%20%CE%9C.%20%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%93%CE%9D%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%9A%CE%97%20Live%20Stream%20-%20YouTube.png)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.