«μια ακίνητη σαν την αιωνιότητα οπτασία»...
Πλήθος συγκεντρωμένο μπροστά στο σπίτι της οικογένειας Δραγούμη στην Κηφισιά, την επομένη του φόνου, την 1η Αυγούστου 1920.
[Επιχρωματισμένη φωτογραφία του Αρχείου Ί. Δραγούμη /ΑΣΚΣΑ].
13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ («ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ») ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (θα πρέπει να) είναι η κανονική επέτειος της δολοφονίας του Δραγούμη στην Αθήνα του 1920. Ήταν καιρός πολέμου (η Μικρασιατική εκστρατεία σε εξέλιξη) και καιρός απόλυτης δικτατόρευσης (παυμένα από το στράτευμα και το δημόσιο, εξόριστα, υπόδικα ή ήδη φυλακισμένα μέλη της αντιπολίτευσης, Στρατιωτικός νόμος-λογοκρισία), καιρός κορύφωσης του Εθνικού Διχασμού (τον έχουν πει ακήρυχτο εμφύλιο), άγριων παθών, δολοφονικών ενστίκτων, λατρευτικής εξύψωσης ηγετών σε βάθρα θεοτήτων... Ο Βενιζέλος φέρνει θριαμβευτικά τη θνησιγενή συνθήκη των Σεβρών και πυροβολείται στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι από δυο απολυμένους Έλληνες αξιωματικούς. Στην Αθήνα οργανώνεται μαζικό πογκρόμ του βενιζελικού όχλου κατά αντιπολιτευτικών στόχων (εφημερίδες, θέατρα κ.λπ.) ως αντίποινα. Συλλαμβάνουν και εξοντώνουν τον Δραγούμη...
Στο βιβλίο του Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως* (σελ. 13) ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, επιστήθιος φίλος και συνεργάτης του Δραγούμη, από το 1906 μέχρι τη μέρα του θανάτου εκείνου, αναθυμάται τις ώρες του αποχαιρετισμού:
[...] Εἶχα εἰπῆ, στήν «Ὀργάνωση Θεσσαλονίκης», πῶς πρωτοσυναντηθήκαμε μέ τόν Ἴωνα στὸ Δεδεαγάτς τό καλοκαῖρι τοῦ 1906.
[Γράφει εκεί**: Ἔτσι, ἕνα δειλινό τοῦ Ἰούλιου τοῦ 1906 στὸ ὑποπροξενεῖο τοῦ Δεδεαγάτς, ποὺ ἦταν τότε σὲ ἕνα δρόμο παράλληλο τοῦ παραλιακοῦ, πρωτογνωριστήκαμε μὲ τὸν Ἴωνα Δραγούμη.
Μιλήσαμε μὲ τὸν ὑποπρόξενο γιὰ ὅσα καὶ μὲ τοὺς ἄλλους προξένους. Μοῦ σύστησε γιὰ ἀντιπρόσωπο τῶν ἐπιχειρήσεών μου ἕνα πολύτιμο ἐθνικὸ ἐργάτη, τον Κανέτσιο. Ἄρχισε μὲ τὴν πρώτη μας ἐκείνη συνάντηση, μὲ τὸ πρῶτο ἐκεῖνο ἀντίκρυσμα, ἡ βαθύτατη στοργὴ ποὺ εἶχα, ποὺ ἔχω πάντα γιὰ τὸν Ἴωνα; Προσπαθῶ νὰ τὸν θυμηθῶ, ὅπως τὸν πρωτοεῖδα. Πόσες διάφανες εἰκόνες, φωτεινές σκιὲς τοῦ Ἴωνος, ὅπως τὸν ἔχω ἰδῆ, ὅπως τὸν θυμοῦμαι μέσα στὰ δεκαπέντε χρόνια ποὺ τὸν ἐγνώριζα, ποὺ τὸν ἀγαποῦσα. Στὸ βάθος, στὴν ἀρχή, στὸ ἁπλό, στο πενιχρό γραφεῖο τοῦ ὑποπροξενείου τοῦ Δεδέαγατς, στὸ γλυκό φῶς τοῦ δειλινοῦ, ἕνας νέος ἀσπροντυμένος χαμογελᾶ, μαζί δειλά, εἰρωνικά καὶ φιλάρεσκα, ἐνῶ τὰ μάτια του βουρκωμένα δείχνουν ἕναν ἄνθρωπο, μιὰ ψυχὴ ποὺ κατατυραννιέται μόνη της.]
Κατά τὰ 14 χρόνια ποὺ ἔζησε ἀκόμα, συχνά βρεθήκαμε μαζί, πολλές ὧρες ἤ καὶ ὁλόκληρες ἡμέρες. Ἀλλά καὶ ὅταν ζούσαμε χωριστά, ἀλληλογραφούσαμε, συλλογιζόμαστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Μαζί ἤ καὶ χωριστά, συχνά συνεχόμενοι ἀπὸ τὴν ἴδια ἰδέα χαρήκαμε, λυπηθήκαμε, ἐνθουσιασθήκαμε, ἀγανακτήσαμε.
Τώρα, ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, ὁ Ἴων εἶναι ὁ φίλος ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη τὸν συλλογίζομαι συχνότερα ἀπ᾿ ὅλους. Ὅταν τὸν συλλογιστῶ, τὸν θυμοῦμαι σὲ μιὰν ἀκίνητη σάν τήν αἰωνιότητα ὀπτασία. Εἶναι ἡ τελευταία φορά πού συναντηθήκαμε.
Ἕνα καλοκαιρινό γλυκοχάραγμα στὸ μεγάλο νεκροταφεῖο τῆς Ἀθήνας. Κάτω ἀπό ἕνα ἐλαφρό δέντρο ποὺ δέν κουνοῦσε φύλλο, σὲ φέρετρο ἀκουμπισμένο σὲ δυό καρέκλες, ἀναπαύονταν ἄσπρος, ντυμένος ἄσπρα· πίσω ἀπό τό αὐτί, μέσα ἀπὸ σγουρά κοντά κομμένα μαλλιά πού ’χαν τὸ στακτί χρῶμα ἀττικῆς ἐληᾶς, μιά ρανίδα αἷμα ὅλο ἀνάβλυζε καί πήγαινε να λεπτοκυλήση στὸν καλοκαμωμένο κάτασπρο λαιμό, ἐνῷ ἕνα παιδικό χαμόγελο χάραζε τὰ ἡδονικά του χείλια, ρόδινα ἀκόμα. Εἴμαστε μόνο οἱ δυό καὶ περιμέναμε νὰ ἔλθῃ ἡ οἰκογένειά του, ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του, ἡ θεία του, οἱ ἀδελφές του, μιὰ ἀνεψιά του καὶ δύο τρεῖς ἀκόμα ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ, ὅσους ἄφησε ἡ τρομοκρατία τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, νὰ παραστοῦν στὴν βιαστική ταφή του.
Πίσω ἀπὸ αὐτή τὴν ὀπτασία εἶναι τόσες οἱ εἰκόνες τοῦ Ἴωνα ποὺ μοῦ ἔρχονται στόν νοῦ· ἔχομε τόσα πολλά εἰπῆ, ἐνῷ οἱ περιστάσεις οἱ γενικές καὶ οἱ ἰδιωτικές μας ἄλλαζαν καὶ ἡ ἡλικία προχωροῦσε, ποὺ δὲν κατορθώνω νὰ ξεχωρίσω πῶς μοῦ φάνηκε κατὰ τὴν πρώτη συνάντησή μας στὸ Δεδέαγατς. Βέβαια ὅμως θὰ τὸν εἶχα ἰδῆ ἀπὸ τότε ὅπως τὸν ἔβλεπα πάντα, ὅπως τὸν νομίζω καὶ τώρα, γιατί ἀπὸ τότε εἶχε ἀρχίσει, αὐτό τὸ θυμοῦμαι, ἡ τρυφερώτατη στοργή ποὺ ποτέ δὲν ἔπαυσα νὰ τοῦ ἔχω. Τὸ γυναίκειο καὶ παιδικό πού λίγο πολύ ὅλοι διατηροῦμε, καὶ τὸν πόθο τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς Δημιουργίας ποὺ λίγο πολύ ὅλους μᾶς βασανίζει, ὁ Ἴων τὰ εἶχε περισσότερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο. Ἦταν ἔτσι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιό χαριτωμένους καὶ πιό αὐτοτυραννισμένους, ὁ πιό ἀξιαγάπητος ἀπ᾿ ὅσους ἔχω γνωρίσει.
* Κυκλοφόρησε, το 1984, από τις εκδόσεις Δωδώνη με εισαγωγή-επιμέλεια Θάνου Βερέμη & Κατερίνας Μπούρα. Φέτος εκδόθηκε από το Κέντρο Μικρασιατικών σπουδών το βιβλίο της Πρέσβεως ε.τ., Κατερίνας Μπούρα, The Secret “Constantinople Organisation” 1908-1912— Politics, Nationalism and Empire, Centre for Asia Minor Studies, Athens 2026 όπου δίνεται έμφαση στην δράση του Αθανάσιου Σουλιώτη-Νικολαΐδη κατά την περίοδο 1908-1912 (ίδρυση, άνθηση και διάλυση της οργάνωσης).
**Σουλιώτης-Νικολαΐδης, Αθανάσιος, στο: «Ο Μακεδονικός Αγών – Η “Οργάνωσις Θεσσαλονίκης”, 1906-1908 – Απομνημονεύματα», στο: Ο Μακεδονικός Αγώνας–Απομνημονεύματα, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου Αίμου, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 335-336.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.