ΕΝΑ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ...

 

 «Ριζοσπάστης», 8 Φεβρουαρίου 1936

  

 

ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΝΕΡΜΑΤΙΣΤΟ, ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΑΝΗΘΙΚΟ ΑΡΘΡΟ στον «Ριζοσπάστη» (γιατί ο Βάρναλης δεν μας λέει ότι υπήρξε και ό ίδιος «εθνικιστής» και μαθητής του Μπαρές, ότι στην Ελλάδα ήλθε από τα μέρη της Ανατολικής Ρωμυλίας εξ αιτίας των βουλγαρικών διώξεων στους ελληνικούς πληθυσμούς της Φιλιππούπολης, της Βάρνας, της Αγχιάλου, του Πύργου, της Σωζόπολης κλπ.), έχουν πια περάσει 15 χρόνια από τη στιγμή που Δραγούμης έπεφτε δολοφονημένος στην Αθήνα από πραιτοριανούς του βενιζελικού καθεστώτος. Αυτό μάλιστα, λίγους μήνες αφότου είχε γυρίσει από μια εξορία, ίσως χειρότερη από αυτήν που δοκίμασε ο Βάρναλης, το 1935, από την δικτατορία Μεταξά. Τα «διπλά γυαλιά» όμως του «διαλεκτικού υλισμού» φαίνεται πως τύφλωσαν τον δογματικό και επιλήσμονα σε σχέση με τον Δραγουμη (θα γράψω άλλη φορά γι' αυτό...)  ποιητή και διανοούμενο ώστε ολότυφλος προχωρά σ’ αυτήν την άλλ’ αντ’ άλλων αποδόμηση του βιβλίου (Σαμοθράκη) όπως και της προσωπικότητας και του βίου του Δραγούμη. Κι έτσι απομένει το άρθρο αυτό ως μνημείο εργαλειοποίησης της ιστορίας κι μαζί ένας βαθειά απογοητευτικός Βάρναλης… [Σημ. ο εντονισμός, στο κείμενο που ακολουθεί, δικός μας]

 

(«Ριζοσπάστης», 8/2/36)

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

 

ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ–ΕΜΕΙΣ / ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ–ΆΗ ΣΤΡΑΤΗΣ

 

 

Δῶ καὶ τριάντα χρόνια —καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια τὸν Ἰούλιο τοῦ 1906— ὁ Ἴωνας Δραγούμης, ποὺ εἴταν κείνην τὴ χρονιά πρόξενος στὸ Δεδεδαγάτς, εἶχε πάγει νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ «ἀπέναντι νησί» — Τὴ Σαμοθράκη. Εἴταν τότες σχεδόν παιδί, μόλις 27 χρονῶν, ἀπάνου στὴ βράση τῆς ἡλικίας του καὶ τῶν ἰδεῶν του. Ἀκόμα ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἠλικία ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζει ἡ ἐξαιρετική του φυσιογνωμία στὰ γράμματα καὶ στὴν πολιτική. Σ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο πεδίο εἶνε ὁ πνευματικώτερος τύπος, ποὺ ἔβγαλε ἴσαμε σήμερα ἡ δυτική μας τάξη.

         Ἀριστοκράτης καὶ πατριώτης ἀπὸ σόϊ κ’ ἐπάγγελμα καὶ μόρφωση. Ὠραῖος, λυγερός, στητὸς καὶ ὑπερόπτης. Προικισμένος μὲ πλούσια ποιητική φαντασία καὶ σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο καὶ στοχασμό. Ἡ ἐσωτερική του ζωή παλλόταν ἀπ’ ὅλες τὶς ὑψηλές λαχτάρες (φιλοδοξίες) κι’ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἔρωτες (γιὰ τὴν πατρίδα» γιὰ τὴ γυναῖκα γιὰ τὴ γλῶσσα). Γεμᾶτος πίστη στὸν ἑαυτό του, στὴν ἀποστολή του καὶ στὸ ἄστρο του. Ὅλος ὁ κόσμος εἴτανε δικός του καὶ δημιούργημά του. Κι’ ὁ ἑαυτός του εἶναι ὅλος ὁ κόσμος.

       Πανευτυχής κι’ ὁπλισμένος μὲ τὴ διπλωματική του ἀσυλία πάτησε σά Θεός τὰ χώματα τοῦ σκλαβωμένου τότες νησιοῦ. Οὐρανός καὶ γῆ καὶ θάλασσα τράνταξε καὶ γέμισε ἀπό τὴν προσωπικότητά του. «Τίποτα δὲ σκιάζομαι, εἶμαι λεύτερος καὶ τίποτα δὲν μου εἶνε βάρος» (Σαμοθράκη, σελ. 541).

       Μαγεμένος ἀπ’ τὴ φυσική ὀμορφιά κι’  ἀπό τὸν ἑαυτό του κοίταξε «ἀφ’  ὑψηλοῦ» μὲ τὸ μονύελό του τὴ θάλασσα, τὰ βουνά, τὸ χορτάρι, τὶς πέτρες, τὰ σπίτια καὶ τοὺς ἀνθρώπους—καὶ τὴν Ἱστορία τους καὶ  τὴν ψυχήν τους. Mὲ τὴν ὑποκειμενική του συνείδηση, «τὸ μόνο ἀ­πόλυτο κριτήριο» (Σταμάτημα, σελ. 135) μέτρησε ὅλην τὴ γύρα του πραγματικότητα. Καὶ μέθυσε ἀπό ἰδέες, ἐλπίδες καὶ θυμούς.

***

Εἴταν τότες ἡ ἐποχή τοῦ πιὸ ἔξαλλου πατριωτικοῦ παροξυσμοῦ. Εἴτανε ἡ ἐποχή, ποὺ ἡ ἀστική μας τάξη συνειδητοποιήθηκε καὶ γινότανε  ἰμπεριαλιστική μὲ τοὺς μακεδονικούς ἀγῶνες. Εἴτανε ἡ ἐποχή, ποὺ  ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἄφηνε τὰ σύννεφα καὶ ἔμπαινε στὴν πράξη.

        Ὁ Δραγούμης πίστευε τὸν ἑαυτό του γιὰ ἐθνικόν ἀπόστολο, γιὰ Μεσσία τῶν φυλετικῶν πεπρωμένων. Μαθητής τοῦ Μπαρρές καὶ τοῦ Νίτσε, παράσταινε τὸ δυνατό καὶ τὸ σκληρό. Αὐτός εἴτανε ὁ νικητής. Ὅμως στὸ βάθος του δὲν πίστευε οὔτε στὸ πατριωτικό, οὔτε  στὸ Θρη­σκευτικό ἰδανικό, — ὅπως τ’ ὁμολογεί  καὶ ὁ ἴδιος σ’ ἕνα βιβλίο του. Ὅμως εἶχε πιαστεῖ γερά ἀπό τὶς δύο αὐτές ἄγκυρες  τῆς σωτηρίας γιατί τοῦ δικαιολογούσανε  τὴν πολιτική καὶ τὴν πνευματική του δράση, τόνε βοηθούσανε νὰ ὁλοκληρώσει τὴν   ἠθική του ἀτομικότητα. Ὁ πατριωτισμός καὶ ἡ θρησκευτικό­τητά του εἴταν ἕνα εἶδος ἀτομικοῦ σπόρ. Μιὰ χαρούμενη καὶ λεύτερη «ἄσκηση» τῶν ἐσωτερικῶν του δυνάμεων. Ἤθελε τὴ λύτρωση τῶν σκλάβων «ἀδελφῶν» ὄχι γι’ αὐτούς μὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Στὸ βάθος του περιφρονοῦσε τὸ λαό—τὸ «προφάνουμ βούλγκους» [profanum vulgus = αμύητος όχλος]. «Ἐγώ δὲν ἀ­γωνίζομαι γιὰ κανένα σκοπό. Χωρίς σκοπό ἀγωνίζομαι γιὰ τὴ Νίκη». (Σαμοθράκη, σελ. 54). Μ’ αὐτήν τὴν στεῖρα του ἐγωλατρεία καὶ τὴν ἀπουσία ἀληθινῆς πίστης ὁ Δραγούμης φανέρωνε ἕνα ἀντικει­μενικό τῆς ἐποχῆς του φαινόμενο: πὼς ἡ ἀποσύνθεση  τῶν «αἰώνιων» συνθημάτων τῆς πατρίδας καὶ τοῦ θεοῦ εἶχε ἀρχίσει νὰ γίνεται ἔξω ἀπό τὴ συνείδηση του.

          Ὡστόσο, γιὰ τὴν τάξη του εἴτανε ἕνα «ἐμπνευσμένο» πρωτοπαλλήκαρο. Γιὰ τὶς μάζες, ποὺ ὅπως  εἴπαμε, τὶς περιφρονοῦσε, εἴτανε ἕνας κρυμμένος ὀχτρός. Ἤθελε νὰ τοὺς λυτρώσει  ἀπό τὴν τυραννία τῶν Τούρκων καὶ τῶν Βουλγάρων γιὰ νὰ τους παραδώσει στὴv τυραννία τῶν Ἑλλήνων.

         Γι’ αὐτό χτύπησε  μὲ ὅλη του τὴ νεανική ὁρμή τὰ πρῶτα κινήματα τοῦ οὐτοπικοῦ σοσιαλισμοῦ, ποὺ ἀρχίσανε τότες νὰ φανερώνονται καὶ στὴ χώρα μας (Κ. Χατζόπου­λος, Γ. Σκληρός κλπ.). Φοβότανε  τὸ σοσιαλισμό, γιατί τόνε φανταζότανε, ὅπως καὶ τόσοι πνευματικοί δοῦλοι τῆς ἀστικῆς ὀλιγαρχίας, γιὰ κοινωνικόν  ὁδοστρωτῆρα,  ποὺ κατατσακίζει τίς ἐξαιρετικές ἀτομικότητες.   Κι’  ἐξαιρετικές ἀτομικότητες εἶνε κείνες ποὺ μποροῦνε  νὰ στέκονται πάνω ἀπό κάθε νόμο, νὰ πατᾶνε πάνου  στὴ ράχη τῶν σκυμμένων  σκλάβων  γιὰ νὰ ἀνεβαίνουνε αὐτές  ψηλότερα  καὶ νὰ κάνουν τὴ χαρά  τους καὶ τὴ νίκη τους  παγκόσμιο ἀγαθό. «Ὀμπρός του δὲν κυττάει κανείς νὰ σηκώσει κεφάλι οὐδέ νὰ βρεῖ, οὔτε νὰ πεῖ ἀντιλογίες». (Αὐ­τοῦ, σελ. 55). Ἔτσι εἶν’  ἀπό θεοῦ ὡρισμένο: «στὴ γῆ ἀπάνου πάντα θὰ ὑπάρχουν σκλάβοι καὶ ἐλεύθεροι». (Αὐτοῦ, σελ. 52).

         Ἔτσι, ὁ ἐθνικός ἀπόστολος Δρα­γούμης, ὁ Μεσσίας καὶ Λυτρωτής τοῦ σκλαβωμένου Ἔθνους εἴτανε ἕνας ἀπολογητής κ’ ἕνας ἐργάτης τῆς σκλαβιᾶς του, τὸ συνειδητό ὄργανο στὰ χέρια  τῆς ταξικῆς βίας τῶν παρασίτων.

***

Εἶδε λοιπόν στὴ Σαμοθράκη τοὺς «σκλάβους» στὴν πιό καθυστερημένη τους μορφή. Στὸ μεγαλύτερό τους ξεπεσμό. Στὴν Πόλη, στὴ Μακεδονία, οἱ Ρωμηοί ἔμποροι καὶ τσελιγκάδες καὶ τοκογλύφοι, κατορθώσανε νὰ εἶναι ἐλεύτεροι καὶ νὰ μπερδεύονται ἐξωτερικά (φορῶντας φέσι) μὲ τοὺς ἀφέντες τους Ἀγαρηνούς, κ’ εἴτανε οἱ σύμμαχοι αὐτωνῶν. Ὅπως κ’ οἱ τσορμπατζῆδες τῆς Σαμοθράκης εἴτανε σύμμαχοι καὶ κατάσκοποι τῶν ἀγᾶδων. Ἐδῶ στὴ Σαμοθράκη ὁ λαός ἔνιωθε –περισσότερο ἀπό κάθε ἀλλοῦ– ἕναν πόνο αἰσθητικό καὶ πλούσιο. Ἐνῶ ἀπό πάνω του, στὸν καταγάλανο οὐρανό φτεροκοποῦσε ὁλόφωτη μὲ τὰ διάφανά της φορέματα, κολλημένα κατάσαρκα στὸ σπαρταριστό της κορμί, ἡ ... μαρμαρένια Νίκη τῆς Σαμοθράκης.

       Εἶδε πὼς oἱ νησιῶτες πληρώνανε βαρειούς φόρους στὸν καταχτητή καὶ τοὺς ἐξήγησε «πὼς θὰ ἔρθει καὶ ὁ καιρός γιὰ νὰ φύγουν oἱ τύ­ραννοι» (Αὐτοῦ, σελ. 27). Εἶδε 5 Τούρκους ζαπτιέδες νὰ τρομοκρατοῦν τρεῖς χιλιάδες ψυχές. Εἶδε τοὺς «τρεῖς-τέσσερες τσορμπατζῆδες» νὰ ἔχουνε ὅλα τὰ ὀφφίκια καὶ νὰ κλέβουνε τὸ λαό στὸ ζύγι τῶν καρβούνων καὶ μὲ τὴν τοκογλυφία. Κι’ ἀκόμα νὰ τοῦ κλέβουνε τὴν οἰκογενειακή του τιμή, καὶ νὰ τὸν προδίνουνε στὴν τούρκικη ἐξουσία. Νὰ κάνουνε δηλαδή τὸ χαφιέ στοὺς τυράννους.

         Εἶδε ἀκόμα τὸ δεσπότη, «ἄλλον κύριο τῶν νησιωτῶν», νὰ ἔρχεται στὸ νησί μιὰ φορά τὸ χρόνο ἀπό τὴν Γκιουμουλτζίνα γιὰ νὰ μαζεύει τὰ κανονικά του. Κι’ ἔφερνε μαζύ του «διαταγή ἀπό τὴ Ρούμελη νὰ μεταχειρίζεται στὴν ἀνάγκη καὶ βία στρατιωτική» (Αὐτοῦ, σελ. 84), ἄν τυχόν οἱ ὑποταχτικοί του δείχνανε ἀπροθυμία στὴν πληρωμή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χαρατσιοῦ τους.

       Εἶδε ἀκόμα τὸν ἡγούμενο τοῦ Μετοχιοῦ νὰ φέρνει «θεριστᾶδες Βουλγάρους γιὰ νὰ θερίσουνε τὰ χωράφια τῆς Μονῆς» (Αὐτοῦ, σελ. 83) γιατί –κι’ αὐτό δὲν μᾶς τὸ λέει, ἀλλά καταλαβαίνεται μόνο του– oἱ Βούλγαροι παίρνανε μικρότερο μεροκάματο ἀπό τοὺς ντόπιους ἐργάτες καὶ μ’ αὐτό τὸ μέσο θ’ ἀναγκαζότανε καὶ τοῦτοι νὰ φτηνήνουνε τὴ δουλειά τους. Εἶδε τέ­λος καὶ τὸ λαό ἄμαθο, φοβισμένο, γεμᾶτον ἐλαττώματα, ἀκίνητο καὶ μοιρολάτρη ν’ ἀφήνεται ἀμίλητος στὴν πεῖνα του καὶ στὴν κακομοι­ριά του, ποὺ «αὐγατίζει τὸ τσορμπατζηλίκι» (Αὐτοῦ, σελ. 81).

        Κι’  ὕστερα, ἅμα τὰ εἶδε αὐτά, θύμωσε καὶ εἶπε διάφορες ὡραιολογίες-ἀερολογίες! Δὲν εἶδε τί­ποτα βαθύτερα. Τοῦ ἔφταιγε ὁ μονύελος τοῦ ἰδεαλισμοῦ του. Θύμω­σε σὰν ὡραιόπαθος προσκυνητής σὰν ἀφέντης καὶ κύριος. Βρῆκε πὼς φταίγανε αὐτοί γιὰ τὴ σκλαβιά τους καὶ γιὰ τὴν κατάντια τους. Φταίγανε αὐτοί, γιατί δὲν ἀποφασίζανε νὰ κουνηθοῦνε γιὰ να διώξουνε τὸν ξένο κατα­χτητή. Δηλ. νὰ ἀλλάξουνε κατα­κτητή. Νὰ βάλουνε στὴ θέση τοῦ Τούρκου ἀγᾶ, ποὺ εἶχε στὰ παληά τὰ χρόνια τὸ «δικαίωμα τῆς πρώτης νύχτας», τὸ Ρωμηόν ἀστό γιὰ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα ὅλων τῶν νυχτῶν κι’ ὅλων  τῶν ἡμερῶν ἀπάνου στὴ μᾶζα τῶν εργαζομένων! Τιμή τους θὰ ἦτανε κι’ εὐτυχία νὰ τοὺς τυραννεῖ καὶ νὰ τοὺς γδύνει ὁ Ρωμηός ἀφέντης. Γιατί αὐτός θὰ εἴτανε ἀπό τὸ ἴδιο αἷμα!

      Μετά τριάντα χρόνια, καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια τὸν Ὀχτώβρη τοῦ 1935, ἡ σκηνοθεσία ἀλλάζει: Δυό ἄλλοι Ρωμηοί διανοούμενοι, ὁ Γληνός καὶ ὁ Βάρναλης, πήγαιναν κι αὐτοί νὰ ἐπισκεφτοῦνε τὸ «ἀπέναντι νησί». Μὲ τὴ διαφορά, πὼς τὸ νησί αὐτό λεγότανε Άη Στράτης κι’ εἴτανε πάρα πολύ «ἀπέναντι»! Δέκα μερῶν ταξίδι καὶ ἀστυνομικά μπουντρούμια. Καὶ δὲν «πήγανε» μονάχοι τους. Τοὺς πήγανε οἱ Ρωμηοί χωροφύλακες σιδηροδεμένους. Oὔτε ἀριστοκράτες οὔτε ἀ­φέντες οὔτε ὡραιόπαθοι προσκυνη­τές μὲ διπλωματική ἀσυλία. Εἴτανε παιδιά τοῦ λαοῦ καὶ σκλάβοι ἐπαναστατημένοι, «ἐπικίνδυνοι» στὴ δημόσια τάξη καὶ «προδότες» τῆς ἀστικῆς πατρίδας!

           Εἴδανε κι’ αὐτοί τὸ νησί τους: τὴ θάλασσα, τὰ βουνά, τὶς πέτρες, τὰ σπίτια καὶ τοὺς ἀνθρώπους — καὶ τὴν Ἱστορία τους καὶ τὴν ψυχή τους. Τὸ δίκηο τους. Τὰ εἴδανε ὅ­λα αὐτά μὲ μάτια γυρισμένα πρὸς τὰ ἔξω κι’ ὄχι πρὸς τὰ μέσα κι ὁπλισμένα ὄχι μὲ τὸ μονύελο τοῦ ἰδεαλισμοῦ, μὰ μὲ τὰ διπλά γυαλιά τοῦ διαλεχτικοῦ ὑλισμοῦ. Δὲ χωρίζανε καὶ τούτοι τὴ θεωρία ἀπό τὴν πράξη, μὰ  δὲ χωρίζανε καὶ τὴν ἀντικειμενικήν πραγματικότητα ἀπό τὴ συνείδησή τους.

          Εἴδανε κι’ αὐτοί τὴν πεῖνα καὶ τὴν κακομοιριά τοῦ λαοῦ, τὴν ἀμορφωσιά του, τὴν ἀκινησία του, τὴ σιωπή του, τὸ φόβο του καὶ τὴ μοιρολατρία του. Εἴδανε πὼς ἡ ἐθνική λευτεριά δὲν ἔδωσε τίποτα καλύτερο στοὺς σκλάβους, ἀπ’ ὅσα κακά εἶχανε ἐπί Τουρκίας. Οἱ φόροι γενήκανε βαρύτατοι (ὅπως ξαίρουμε ὅλοι μας. Ὁ ἐλληνικός λαός φορολογεῖται περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς λαούς τοῦ κόσμου. Ρεκόρ!) Τοὺς εἴδανε ν’ ἀφήνουνε τὸ «λεύθερο» τόπο τους καὶ νὰ τρέχουνε στὴν ἄκρη τῆς γῆς νὰ φᾶνε μιά μπουκιά ψωμί: στὸ Σουδάν, στὸ Κόγκο, στὸ Τράνσβαλ, στὴν Ἀμέρικα. Καὶ τὰ σπίτια τους νὰ ρέβουνε πένθιμα σὰν τάφοι λησμονημένοι!

      Τὸ ἑλληνικό κρᾶτος ἀφοῦ τοὺς πιεῖ τὸ αἷμα μὲ τὶς φορολογίες του καὶ μὲ τοὺς «πατριωτικούς» πολέμους του, ὕστερα τοὺς παρατᾶ στὰ χάλια τους. Χωρίς δρόμους, χωρίς φωτισμό, χωρίς ἐκπαίδευση «λαϊκή», χωρίς καμμιά κοινωνική πρόνοια. Καὶ τοὺς βάζει καὶ στὸ κεφάλι τους ἕναν ἐνωματάρχη νὰ κανονίζει κάθε φορά τή «λεύτερη γνώμη» τους στὶς ἐκλογές ἀνάλογα μὲ το κομματικό καθεστώς, ποὺ κυβερνᾶ. 

         Εἴδανε ἀκόμα τὸ μισό νησί νὰ εἶνε κτῆμα τοῦ μετοχιοῦ (τῶν καλογήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους). Κι εἴδανε ἀκόμα κάτι χειρότερο: τὸ λαό νὰ εἶναι ἔτσι ἀφιονισμένος ἀπό τὸ καθεστωτικό ψέμα, ποὺ νὰ φοβᾶται τοὺς ἀληθινούς φίλους τῆς λευτεριᾶς του καὶ ν’ ἀκουμπᾶ μὲ τυφλή ἐμπιστοσύνη ἀπάνου στοὺς ὀχτρούς του. Κι’ εἴδανε ἀκόμη παραπέρα: πὼς τὸ παράμερο αὐτό νησάκι, τὸ ξεχασμένο στὴ μέση τῆς Ἀσπροθάλασσας, εἴτανε ὅλη ἡ Ἑλλάδα. Ἡ μικρογραφία τῆς «λυτρωμένης» κεφαλαιοκρατικῆς Ἑλλάδας.

          Ἄν τώρα ζοῦσε ὁ Δραγούμης καὶ βρισκότανε στὸ λιμανάκι τοῦ Ἄη Στράτη τὴν ὥρα, ποὺ μᾶς ξεφορτώνανε ἐλεεινούς καί βασανισμένους σὰν ἀρνιά καὶ μᾶς ἔβλεπε ἐμᾶς, τοὺς παληούς του φίλους, καὶ συναγωνιστές στὸ γλωσσικό ἀγώνα, τί στάση θὰ τηροῦσε; Πῶς θὰ μᾶς ἔβλεπε καὶ τί θὰ μᾶς ἔλεγε;

            Θὰ μᾶς ἀναγνώριζε ἄραγες τὸ δικαίωμα νὰ πολεμᾶμε γιὰ τὴ λευτεριά τοῦ λαοῦ; Καὶ θ’ ἀναγνώριζε, πὼς ἡ περίφημη ἀστική λευτεριά ἔδεσε τοὺς πρίν σκλάβους νησιῶτες μὲ βαρύτερες ἀλυσίδες;

            Ὄχι. Ὁ Δραγούμης θὰ εἶχε γίνει φασίστας. Ὅπως γίνανε οἱ ἐπισημότεροι μαθητές του. Εἴπαμε πὼς ὁ Δραγούμης δὲν ἐνδιαφερότανε γιὰ τὴ λευτεριά τοῦ λαού, μὰ γιὰ τὴ λευτεριά τῆς τάξης του γιὰ τὴ λευτεριά τὴν ἀτομική του. Ἐμᾶς θὰ μᾶς θεωροῦσε ἐχθρούς τῆς Νίκης. Τῆς Νίκης του. Ὁ λάτρης τῆς ὑλικῆς δύναμης, ὁ θεωρητικός, ποὺ παραδεχότανε, πὼς οἱ ἄνθρωποι χωρίζονται σὲ λεύτερους καὶ σὲ σκλάβους, σὲ δυνατούς κι’   ἀδυνάτους, δὲν θὰ παραδεχότανε, πὼς μπορεῖ νὰ ὑπάρχουνε μονάχα λεύτεροι ἄνθρωποι στὸν κόσμο καὶ πὼς μπορεῖ νὰ προσφέρει ὁ καθένας τὴ δύναμή του  στὴ δύναμη τοῦ συνόλου.

          Θὰ μᾶς ἔβλεπε γιὰ ἐθνικούς ἀποστάτες. Γιὰ διαλυτικά στοιχεῖα. Ἀναγνώριζε  στὸν ἑαυτό του (στὴν τάξη του) τὸ δικαίωμα «ν’ ἀρπάζει ὅ,τι βρεῖ μπροστά του  καὶ τοῦ ἀρέσει» (Αὐτοῦ, σελ. 55), «νὰ γκρεμίζει  πύργους, κάστρα  καὶ παλάτια καὶ νὰ ρημάζει τῶν νικημένων τοὺς ναούς  καὶ τὰ σπίτια» (Αύτοῦ, σελ. 54) μὰ θ’ ἀρνιότανε σὲ μᾶς τὸ δικαίωμα ὄχι νὰ γκρεμίζουμε, ν’ ἀρπάζουμε  καὶ νὰ ρημάζουμε, μὰ νὰ τὰ πάρουμε  ὅλα τὰ καλά  τοῦ πολιτισμοῦ  ἀπό τοὺς κλέφτες  καὶ νὰ τὰ δώσουμε στὸ λαό, νὰ δημιουργήσουμε ἕναν καινούριο  κόσμο καλύτερο  χωρίς μίση καὶ χωρίς προνομιούχα οὀιγαρχία. Καὶ θὰ μᾶς ἔλεγε: Μὴ σταματᾶτε στὶς λεπτομέρειες. Εἶστε μικρόψυχοι. Ἡ ἀθλιότητα τοῦ λαοῦ εἶναι  ἀναγκαία γιὰ νὰ ὑψωθεῖ  τὸ ἠθικό του. Γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ ζητήσει  τὴν εὐτυχία του  στὸ σκλάβωμα ἄλλων λαῶν. Κι’ ἔτσι νὰ μεγαλώσει σὲ δύναμη καὶ σὲ πλοῦτο. Τότε μονάχα θὰ χαρεῖ τὸ μεγάλο ἀγαθό  τῆς Νίκης ποὺ εἶναι ἀνώτερο κι’ ἀπὸ τὴ ζωή κι’ ἀπό τὸ θάνατο. Κι’ ὕστερα θὰ διάταζε τοὺς χωροφύλακες νὰ μᾶς ρίξουν δεμένους στὴ θάλασσα. Εἴτανε ὁ δυνατός! Ὁ προορισμένος ἀπό τὴ Μοῖρα νὰ βάζει πάνου ἀπὸ κάθε ἀλήθεια τὴν ἀτομική του συνείδηση καὶ τὴν ἀτομική του θέληση τοῦ «ὑπερανθρώπου»! Ἔτσι μέσα σὲ τριάντα χρόνια δύο κόσμοι  ἀντίθετοι  ἔχουνε δημιουργηθεῖ. Ὁ ἕνας ποὺ πεθαίνει , κι’ ὁ ἄλλος ποὺ ζητάει νὰ ζήσει. Καὶ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος ὁ παληός εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφαιρεθοῦνε ἀπό τὸ λαό κι’ οἱ λίγες του προσχηματικές ἐλευθερίες. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γυρίσουμε στὸ μεσαίωνα. Νὰ καῖμε τὰ βιβλία. Νὰ σπάζουμε τ’ ἀγάλματα τῶν ἡρώων τοῦ πνεύματος. Νὰ δεσμέψουμε τὴ σκέψη τῶν ἀνθρώπων. Νὰ ρίξουμε τοὺς λαούς τὸν ἕνα ἀπάνου στὸν ἄλλο για ν’ ἀλληλοσκοτωθοῦνε. Αὐτή εἶναι ἡ φασιστική «ἰδεολογία», τὸ «φασιστικό δίκηο». Ἡ σωτηρία τοῦ πολιτισμοῦ! Κι’ αὐτό ἄν γίνει, θὰ εἶνε ὁ τελευταῖος σπασμός τῆς ἀστικῆς βίας. Ὁ νέος κόσμος θὰ νικήσει. Ὁ λαός. Στὸ πεῖσμα κάθε ἀντίδρασης. Καὶ θὰ τιμωρήσει τοὺς ἐνόχους: τὴ διεφθαρμένη, τὴν ἐγωιστική, τὴν ἀπάνθρωπη ὀλιγαρχία τῶν ἐκμεταλλευτῶν του.  

 

[Μεταγραφή: ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ]

 


Σχόλια

  1. Σκληρό κείμενο. Σοκαριστικό. Δεν αδικεί μόνο τον Ίωνα, αδικεί πρωτίστως τον ίδιο τον Βάρναλη που το συνέταξε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.

Δημοφιλείς αναρτήσεις