«Η Θεσσαλονικη που εμπνέει»

 ● Ἀναμνήσεις ἑνός φανατικοῦ Ἕλληνα, τοῦ Ἴωνος Δραγούμη ● Σκέψεις γιὰ τὴ μοῖρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν ὥρα τῆς ἀπελευθερώσεως*

 

 

 

ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΔΕΙΝΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ κατά τη στιγμή που ο Ηλίας Βενέζης γράφει αυτό το άρθρο και με την ευκαιρία των εγκαινίων της 29ης ΔΕΘ.  Έχουν προηγηθεί τα αιματηρά γεγονότα, του καλοκαιριού του 1964, στην Κύπρο, που κορυφώθηκαν με την Μάχη της Τυλληρίας τον Αύγουστο. Η Κυπριακή Εθνοφρουρά επιτέθηκε σε εξεγερμένους ένοπλους Τουρκοκύπριους που βρέθηκαν να υποστηρίζονται από την Τουρκική αεροπορία. Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν στο χείλος του πολέμου δέκα χρόνια πριν από το 1974. Το κείμενο του Βενέζη αποτελεί σχεδόν αντιγραφή/αναδημοσίευση του άρθρου του που είχε δημοσιεύσει ο ίδιος στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1961. [Φύλλο της 10ης Δεκεμβρίου 1961, στην τακτική στήλη που διατηρούσε ο Η. Βενέζης, «Η ιστορία - ο θρύλος - η ζωή — Η Ελλάδα χτες και σήμερα»1]. Τα αποσπάσματα του «ημερολογίου» του Δραγούμη, που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί εδώ —μιας και τα Τετράδιά του θα χρειαστεί να περάσουν περίπου είκοσι χρόνια ακόμα ώστε ν’ αρχίσουν να βγαίνουν στο φως— προέρχονται από τις κατά καιρούς προσεκτικά ανθολογημένες δημοσιεύσεις του αδελφού του Φίλιππου σε, λογοτεχνικά κυρίως, περιοδικά της Αθήνας ή της επαρχίας.


MΕΣΑ στὶς σημερινές δύσκολες μέρες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Θεσσαλονίκη δίνει τὴν αἰσιόδοξη λάμψι της. Ἡ Διεθνής Ἔκθεσίς της ἄνοιξε τὴν περασμένη ἑβδομάδα, μὲ τρόπο πανηγυρικό, μέσα σ’ ἕνα χείμαρρο φωτός, προβολή μεγίστη τῆς ζωντάνιας αὐτοῦ τοῦ τόπου, τῆς ἐργασίας του, τῆς αἰσιοδοξίας του. Ἐκεῖ, στὸν Ἑλληνικό Βορρᾶ, χτυπᾶ ἀλήθεια, πιὸ δυνατά ἡ καρδιά τῆς Ἑλλάδας. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἔτσι ὠργάνωσε ἡ Ἀνάγκη, Θεότητα μυστηριακή, τὰ πράγματα, ὥστε ἀπό ἐκεῖ ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη, νὰ πρέπει νὰ δώση ὁ Πρωθυπουργός τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀπάντησή του γιὰ πόλεμο ἤ γιὰ εἰρήνη στὸν Τοῦρκο Πρωθυπουργό. Πρωτεύουσα τοῦ ἔθνους ἐκείνη τὴ στιγμή ἔγινε ἡ Θεσσαλονίκη.

    Γιὰ νὰ ξαναζήσουμε δυνατές σελίδες της Θεσσαλονίκης, συνδεμένες μὲ τὴν ἐλευθερία της, σκύβουμε στὶς σελίδες του ἡμερολογίου του Ἴωνος Στεφάνου Δραγούμη, τοῦ Ἴδα, ποὺ τόσο, ἐργάσθηκε γιὰ τὴ Μακεδονία. Ὑπηρέτησε τὸν μακεδονικόν ἀγώνα ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν στὴν τουρκοκρατούμενη Μακεδονία τῶν ἀρχῶν του αἰώνα καὶ λίγα χρόνια ἀργότερα, στοὺς βαλκανικούς πολέμους, του προωρίστηκε ἡ καλή μοίρα νὰ εἶναι ἀπ’ τοὺς πρώτους ποὺ πάτησαν τὰ ἀπελευθερωμένα ἐδάφη. Ἔπαιξε μάλιστα ρόλο πρωταγωνιστοῦντα στὰ γεγονότα. Αὐτός, κατ’ ἐντολήν τοῦ Διαδόχου Ἀρχιστρατήγου, συνώδευσε τοὺς ἀξιωματικούς τοῦ Ἐπιτελείου γιὰ τὶς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Ταχσίν Πασᾶ γιὰ τὴν παράδοση τῆς Θεσσαλονίκης στοὺς Ἕλληνες.

   Τὸ πρωτόκολλο τῆς παραδόσεως τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι γραμμένο γαλλικά μὲ τὸ χέρι τοῦ Ἴωνος Δραγούμη.

  ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ στο ημερολόγιο του συναισθήματά του, τὴ συγκίνησί του. Γράφει:

           «Θεσσαλονίκη, 21 Οκτωβρίου 1912

    Τὸ πρωί, στὶς 27, μὲ κάλεσε ὁ Διάδοχος καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάω μὲ τὸ σιδηρόδρομο στὴ Θεσσαλονίκη, μαζί μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τοῦ Ἐπιτελείου, γιὰ νὰ συζητήσουμε καὶ κλείσουμε συμφωνία μὲ τὸν Ταχσίν Παςᾶ σχετικά μὲ κάτι λεπτομέρειες γιὰ τὴν παράδοσι τῆς Θεσσαλονίκης.

   Βιαζόμουν νὰ φύγουμε. Τέλος φύγαμε. Περάσαμε τὴ γέφυρα τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ κατά τὶς 8 τὸ πρωί φτάνουμε στὸ σταθμό Θεσσαλονίκης.

     Ὅταν μπαίναμε στὴ Θεσσαλονίκη μιὰ συγκινημένη ἡδονὴ μὲ γέμιζε ὅλον, τέτοια ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν περιγράψω, γιατί δεν ξέρω από τα στοιχεῖα ὡρισμένα ἀποτελεῖται. Ἴσως νὰ ἦταν τοῦτο:

    «Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες μὲ τὴν ἀξιωσύνη μας μπαίνουμε στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἐνῶ δὲν τὸ περιμέναμε νὰ εἴμαστε τόσο ἄξιοι».

     Καὶ τὸ ἄλλο, αὐτό:

    «Μπαίνουμε νικητές στὴ Θεσσαλονίκη ποὺ τὴν ἐγνώριζα, ὡς τώρα, ἀπὸ τὰ πρωτυτερνά μου ταξίδια, πολιτείαν ὅπου μᾶς βασάνιζαν οἱ Τούρκοι, οἱ παλιοί νικητές μας. Νικήσαμε τοὺς νικητές τῶν προγόνων μας». Καὶ ἡ τρίτη σκέψη, ποὺ κάνει ὁ Δραγούμης:

       «Ἐμεῖς οἱ λίγοι ποὺ δουλέψαμε χρόνια στὴ Μακεδονία γιὰ νὰ κάνουμε τὸ Ἔθνος νὰ πολεμήση γιὰ δαύτην καὶ νὰ τὴν πάρη, νὰ ποὺ εἴδαμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ μάτια τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας μας, την ἐκπλήρωση τῶν πόθων μας, τὸ στεφάνωμα τῶν κόπων μας.

      »Ἦταν μαζί μου –σημειώνει ὁ Ἴων Δραγούμης– καὶ ἕνας ποὺ μαζί μου, εἶχε βάλει τὴν ψυχή του σ’ αὐτό ἔργο, ὁ ἀξιωματικός Ἑξαδάκτυλος, καὶ τὸν ἀγαποῦσα. Κόσμος τὸν ἀναγνώριζε καὶ τὸν φιλοῦσε. Ἐμένα κανένας δὲ μ’ ἀναγνώριζε, γιατί ἤμουν στρατιώτης.

      »Στὴ Μητρόπολι ἐγὼ ἀνέβασα τὴν ἑλληνική σημαία».

     ΣΤΗΝ Ἑλληνική Μακεδονία, τὴν μόλις ἀπελευθερωμένη, ὁ Ἴων Δραγούμης αἰσθάνεται δυνατά τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Δὲν εἶναι ἐδῶ ἡ ἀτμόσφαιρα τῶν καφενείων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς μικροπολιτικῆς, τῆς συναλλαγῆς, τῆς ἤττας τοῦ 1897. Ὅλα ἔχουν ἀγνότητα καὶ πίστι σ’ αὐτον ἐδῶ τὸν κόσμο, τὸν ὑπόδουλο, ποὺ ἀπελευθερώνεται. Ὁ Ἴων Δραγούμης συναντᾶ στὸ ξενοδοχεῖο τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ μόλις ἀπελευθερώθηκε, κάτι Ἀθηναίους καὶ Ἀθηναῖες, ποὺ ἔχουν καταπλεύσει. Καὶ σημειώνει μὲ χρονολογία 29 Νοεμβρίου 1912:

    «Εἶδα τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὶς Ἀθηναῖες στὸ ξενοδοχεῖο. Ἐμετός! Τὶ ἤθελαν αὐτοί οἱ γνωστοί ξένοι; Τί θέλουν νὰ δείξουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον;»

      Βλέπετε πόση στυγνότητα. Ὁ Ἴων Δραγούμης αἰσθάνεται ὡς ξένους τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὶς Ἀθηναῖες ποὺ καταφθάνουν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ κάμουν, ἴσως, κοσμικήν κίνησιν ἐν πολέμω… Τούς αἰσθάνεται ξένους πρὸς τὰ γνήσια στοιχεῖα ποὺ τὸν περιβάλλουν. Προχωρεῖ ἀκόμα, περισσότερο. Ἐλέγχει γενικώτερα, ἀπωθεῖ αὐτό τὸ πνεῦμα τὸ παλαιοελλαδικό τοῦ καιροῦ του. Ἀρχίζει νὰ ὁραματίζεται τὶς γόνιμες καὶ ἐπιδράσεις τοῦ νέου Ἐλληνισμοῦ, τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῶν νέων χωρῶν, ἐπάνω στὸν παλαιό. Ὁραματίζεται τὴ νέα γενεά. Καὶ κάτι ἄλλο: Τοὺς Μακεδόνες νὰ τα παίρνουν στὰ χέρια τους τὰ ἡνία τοῦ κράτους. Γράφει στὸ ἡμερολόγιό του τὴν 21 Νοεμβρίου 1912 μές στὸ σιδηρόδρομο, πηγαίνοντας στὴν Φλώρινα: 

«Οἱ Ἕλληνες ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ πῆραν τοῦτα τὰ χώματα δὲν άλλαξαν, εἶναι οἱ ἴδιοι ποὺ ἔφυγαν ἀπό τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἀπὸ τώρα θὰ ἀρχίσει νὰ μορφώνεται κάποια νέα γενιά Ἐλλήνων, ποὺ θα εἶναι διαφορετική ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἦρθε στὴ Μακεδονία. Οἱ ἴδιοι αὐτοί, ποὺ ἦρθαν καὶ πῆραν τὰ μέρη τοῦτα, ἀλλάζουν καὶ αὐτοί θὰ γεννήσουν τὴν ἀλλοιώτική γενεά. Καὶ τὸ Ἑλληνικό κράτος θα ξαναχυθῆ σὲ ἀλλοιώτικο καλούπι. Αὐτοί ποὺ πολέμησαν θὰ ἔχουν νὰ διηγηθοῦν κάτι στὰ παιδιά τους, θὰ ἔχουν κάτι νὰ περηφανεύωνται. Ἡ καφενέδικη ζωή τῶν Ἀθηνῶν πάει, διακόπηκε, καὶ νά τους ποὺ βρίσκονται στ’ ἄγρια μέρη τῆς Μακεδονίας καὶ ἀγωνίζονται. Καὶ οἱ Μακεδόνες, αὐτοί οἱ πιό σοβαροί Ἕλληνες, αὐτοί θὰ διευθύνουν τὸ καινούργιο κράτος, μαζὶ μὲ τοὺς ἐξαίρετους Κρητικούς».

    AΥΤΑ ἔγραφε ὁ Ἴων Δραγούμης στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο στὰ 1912.

    Στὶς 23 Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου χρόνου τοῦ 1912, ὁ Ἴων Δραγούμης ἔφτασε στὸ Μοναστήρι. Τὸ βρῆκε κατεχόμενο ἀπ’ τοὺς Σέρβους. Θυμᾶται τοὺς ἀγῶνες του, πρὶν ἀπό δέκα χρόνια, στὸν καιρό τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα.

      …«Ὅταν πριν δέκα χρόνια –σημειώνει– περπατούσα σ’ αὐτὸν τὸν κάμπο, κάτω ἀπ’ τὸ Μπούκοβο καὶ τ’ ἄλλα χωριά τοῦ Περιστεριοῦ, λυπόμουν κι’ ἔλεγα: «Ἆραγε, θὰ εἶναι ποτέ δικά μας τοῦτα τὰ χώματα;». Καὶ ὅμως παρά τρίχα νὰ τὰ πάρουμε. Λίγο νὰ βιαζόμαστε περισσότερο θὰ εἴχαμε φτάσει ἐμεῖς πρῶτοι στὸ Μοναστήρι.

      »Μπήκα στο Μοναστήρι –συνεχίζει τὶς σημειώσεις του ὁ Δραγούμης– ὕστερα ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα καὶ ἔβρεχε ψιλά-ψιλά, καὶ τὸ φεγγάρι φώτιζε μέσα ἀπ’ τὴν ὁμαλή, διάφανη συννεφιά, τὴ γαλατένια. Περπατοῦσα στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ ἤτανε σὰν ὄνειρο νὰ ξαναβρίσκωμαι ἐγώ, ὕστερα ἀπὸ δέκα χρόνια ζωή, στὴν πολιτεία τῆς Μακεδονίας ποὺ πρωτογνώρισα, πρωταγάπησα. Καὶ τὴν ἀγαποῦσα πολύ πάλι καὶ μὲ συγκινημένη λύπη τὴν ξαναθωροῦσα».

    Δυό μέρες ἀργότερα, βρισκόμενος στὸ Μοναστήρι πάντα, ὁ Ἴων Δραγούμης σημειώνει στὸ Ἡμερολόγιό του:

«Στὴν ἴδια κατανυχτική ἐκκλησία ἔγινε δοξολογία μὲ ψαλμωδίες ὄμορφες, βυζαντινές, παιδιῶν καὶ μεγάλων. Μπῆκα στὸ σπιτάκι μου, τὸ ἄλλοτε, καὶ ἀνανοήθηκα παλιούς καιρούς. Περπάτησα στοὺς δρόμους ποὺ τόσες φορὲς ἐπέρασα. Εἶδα τὰ χωριά, ποὺ τὴν ἄνοιξι εἶνε χαρά Θεοῦ, καὶ εἶδα τὰ δέντρα, ποὺ τὸ χειμῶνα μὲ τὴν πάχνη εἶνε μαγικά... Ὅσο μένω ἐδῶ ζῶ σ’ ἄλλα 7 χρόνια ποὺ μοῦ φαντάζουνε σὰν ὡραιότερα. Βλέπω ἀνθρώπους ἐκείνου τοῦ καιροῦ εἶνε ζωντανοί καὶ μοῦ μιλοῦν καὶ εἶνε οἱ ἴδιοι. Μοῦ ἔρχεται νὰ τραγουδήσω ἕνα-ἕνα τὰ ὀνόματα τῶν σπιτιών, τῶν  δρόμων, τῶν δέντρων ποὺ γνωρίζω, καὶ ὕμνο νὰ ὑψώσω στὸ ὑψηλὸ καὶ ἄσπρο Περιστέρι μὲ τὰ ὄμορφα χωριά του».

       Αὐτά γράφει στὸ ἡμερολόγιό του ὁ Ἴων Δραγούμης. Καὶ εἴμαστε εὐτυχεῖς ξαναδιαβάζοντας σήμερα –μὲ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως Θεσσαλονίκης– αὐτές τὶς σελίδες ἑνὸς φανατικοῦ Ἕλληνα.

 

                                                                  ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

 

[Μεταγραφή-επιμέλεια : ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ] 

 

1.      1. Η ανάρτηση στο blog ΕΔΩ 

*Βενέζης, Ηλίας, Η  Θεσσαλονίκη που εμπνέει—Οι αναμνήσεις ενός φανατικού Έλληνα, του Ίωνος Δραγούμη- Σκέψεις για τη μοίρα του Ελληνσμού την ώρα της απελευθερώσεως, εφημ. Ακρόπολις, Κυριακή 13 .9.1964, σελ.8.

 

 

 

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις