Μια Εισαγωγή σε βιβλίο του Ίωνος Δραγούμη από τον αδελφό του Φίλιππο
Η ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ, περιλαμβάνεται στις εκδόσεις του 1963 και 1967 της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, του τόμου Ίωνος Στεφάνου Δραγούμη, Κοινότης, Έθνος και Κράτος. Πρόκειται για μια «εκλογή σχετικών κειμένων» με «εισαγωγή, πίνακες και σημειώσεις» ενώ αποτελεί αναδημοσίευση μιας πολύ παλαιότερης έκδοσης του περιοδικού «Πολιτική Επιθεώρησις» (Γ΄περίοδος, 1923). Η τιτλοδότηση του βιβλίου ανήκει στον Φίλιππο Δραγούμη. Πρόκειται ασφαλώς για κείμενο υμνητικό και υπερασπιστικό εν πολλοίς του οράματος του «Ανατολισμού», που δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το (αντιμεθοδολογικό για την ιστορική επιστήμη) ερώτημα «τι θα γινόταν ο Δραγούμης αν ζούσε;» του οποίου απαντήσεις ασφαλώς έχουμε ξαναδιαβάσει, σε πλείστες όσες —ατυχείς, περισσότερο ατυχείς και ατυχέστατες μέχρι και άθλιες— εκδοχές. Ίσως το τραγικό και αιφνίδιο τέλος της ζωής του Δραγούμη να επιτρέπει αυτές τις άλλοτε θανατερές και άλλοτε αναστάσιμες «υποθέσεις εργασίας». Για το «προς τα που» δηλαδή θα πήγαινε η ζωή και το έργο του του Ί. Δραγούμη, αν αυτός ζούσε περισσότερο. Η εκδοχή του Φιλίππου ανήκει μάλλον στις «αναστάσιμες» αλλά είναι αρκετά επηρεασμένη από το περιρρέον μεταπολεμικό-μετεμφυλιακό κλίμα στη χώρα. Η εισαγωγή μάλιστα γράφεται παραμονές της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967.
Ἐάν μή ὁ κόκκος τον σίτου πεσών εἰς τήν γῆν ἀποθάνη,
αὐτός μόνος μένει· ἐάν δέ ἀποθάνη, πολύν καρπόν φέρει.
Ὁ Κύριος[1]
Ἡ Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν Θεσσαλονίκης πρόθυμα καί γενναιὸφρονα δέχθηκε κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀπὸ ἀρκετά χρὸνια προτασή μου ἐκδόσεως ὅλων τῶν λογοτεχνικῶν, κριτικῶν, ἐθνικῶν, κοινωνιολογικῶν, πολιτικῶν κ.λ.π. ἔργων τοῦ ἀδελφοῦ μου Ἴωνος. Μὲ τὴν ἔκδοση αὐτὴν τῶν Ἀπάντων του ἡ Ἑταιρεία θά προσφὲρη σημαντικὴν ὑπηρεσία στὸ Ἔθνος, πού ἐκεῖνος τὸσο ἀγάπησε, ἀγωνίστηκε καί θυσιάστηκε γι’ αὐτὸ μὲσα στὴν ἀκμὴ τῆς ἡλικίας του, καθὼς καί στὰ ἑλληνικὰ γρὰμματα, στὴν τὲχνη τοῦ λόγου καί πάνω ἀπ’ ὅλα στὴν ψυχικὴν καὶ πνευματικὴν ἐλευθερία.
[Σημείωση δική μας: Ουδέποτε ολοκληρώθηκε η σειρά και ασφαλώς δεν τηρήθηκε η δέσμευση της Εταιρείας. Αυτός ο τόμος αποτελεί τον πρώτο και τελευταίο που τυπώθηκε από την ΕΜΣ. Οι λόγοι; Ασφαλώς δυσερμήνευτοι...].
Μ’ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν ἡ Ἑταιρεία[2] ἀνὰλαβε προκαταρτικὰ νὰ ξανατυπώση συμπληρωμὲνη καί τὴν ἀπὸ σαράντα σχεδὸν χρὸνια ἐξαντλημὲνη ἐκλογὴν ἀπὸ τά ἐθνικοκοινωνικὰ δημοσιεύματα τοῦ ἀδελφοῦ μου ὑπὸ τὸν τίτλο «Κοινότης, Ἔθνος καί Κράτος», πού εἶχα ἐκδώσει στὰ 1923, καὶ σπεύδω νὰ ἐκφρὰσω προκαταβολικὰ τὴν εὐγνωμοσύνη μου γιὰ τὸ στήσιμο τοῦ ζωντανοῦ τούτου πνευματικοῦ μνημείου.
Ἀπὸ τὴν προεισαγωγικήν αὐτὴν ἐκλογὴν τῶν χαρακτηριστικοτὲρων ἀπὸ τὰ ἐθνικοκοινωνικά του δημοσιεύματα, πλαισιωμένων ἀνάμεσα σὲ ἐκδομὲνα ἤδη ἤ ἀνὲκδοτα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιον ἤ τὴν ἀλληλογραφία του, παρουσιάζεται συνοπτικὰ καί χτυπητὰ ἡ ἀνὰπτύξη τῆς σκὲψης καί τῶν ἰδεῶν του γιὰ τά ἑλληνικὰ καί τ’ ἀνατολικὰ πράγματα. Εἶχαν ἀρχίσει αὐτὰ νά μεταβάλλωνται τόσο ριζικὰ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ δημοσίου βίου του ἀπὸ τὰ 1903 ἴσαμε τὰ 1920, δηλαδὴ ἴσαμε εὐθὺς μετὰ τὸ τὲλος τοῦ Α΄παγκὸσμιου πολέμου, ὥστε εἶχαν ἤδη ἐπιφέρει τὴ συμπλήρωση τῆς διαλύσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί τὴν ἀποσύνθεση τῆς Αὐστρο-ουγγρικῆς μετὰ τὲς ἀρχὲς τῆς ρωσικῆς κοινωνιστικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῆς παράβολης μικρασιατικῆς μας περιπέτειας.
Ὅταν ὁ Ἴων ἐσκοτώθηκε ἀπὸ ἑλληνικά, δυστυχῶς, χὲρια, μόλις εἶχε ἀνεβῆ στὸ ὕψος τῆς ἀκμῆς τοῦ βίου του[3] καὶ μὲ τὴν ὡριμότητα του καί τὴν ὡς τὸτε ἀποκτημὲνη πολύτιμη πείρα, ἦτον ἕτοιμος πιὰ νὰ δράση ἀποφασιστικὰ στὸ μεταπολεμικὸ του ἐθνικὸ καί κοινοβουλευτικὸ στάδιο πρὸς ἐξασφάλιση τῆς θὲσης καί ἀποστολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους μὲσα στὴ γύρω μας Ἀνατολή.
Εἶχε γνωρίσει τὴν ἑνιαίαν αὐτὴ χὼρα, μὲ τὰ σύνοικα ἔθνη, ὅσο κανὲνας ἄλλος Ἕλληνας διπλωμὰτης ἤ πολιτευόμενος ἐκείνης τῆς κρίσιμης ἐποχῆς. Ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Ἐκλογῆς αὐτῆς φαίνεται ἀκόμη καὶ ὅτι θὰ προσπαθοῦσε μ’ ὅλη τή δυναμη τοῦ νοῦ καί τοῦ χαρακτήρα του νὰ ἀποφεὺγη, ὅσο ἤθελε ἐξαρτηθεῖ ἀπ’ αὐτόν, και ἀπό τή γενική φορά τῶν πραγμάτων, κάθε χρησιμοποίηση βίας καὶ ἐξωτερικά καὶ ἐσωτερικὰ. Ἐπίσης θὰ ἐπιδίωκε σὲ κάθε εὐκαιρία τὴ συνεργασία τῶν ἐσωτερικῶν κοινωνικῶν καί πολιτικῶν ὀργανισμῶν καί παραγόντων ἐνωμὲνων ὡς πρὸς τὰ βασικὸτερα καί γενικὸτερα συμφέροντα τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Ἒθνους μὲσα στὴν εὐρύτερη χώρα του τῶν δυὸ χερσονήσων, τοῦ Αἵμου καί τῆς Μικρασίας, τὴ σφιχτά συνδεμὲνη ἀπὸ τὰ Στενὰ καί τὸ Αἰγαῖο μὲ τὰ νησιὰ του.
Σχεδίαζε δηλαδὴ γιὰ τὴ γὺρω μας Ἀνατολὴ βαθμιαίαν ὁμοσπόνδηση ὅλων ἀνεξαίρετα τῶν λαῶν της, βασισμὲνη ὅμως πρώτιστα πάνω στὴν εἰλικρινῆ συνεργασία τῆς Ἑλλάδας μὲ τὴν Ἀλβανία καί μὲ τὴν Τουρκίαν, ὅπου ζοῦσαν ἀκόμη τὸσο σοβαροί, ποιοτικὰ καί ποσοτικὰ, ἐλληνικοὶ καὶ ἄλλοι —εἰδικώτερα στή δεύτερη χώρα— μή τουρκικοὶ καί μουσουλμανικοὶ πληθυσμοί, ἔχοντας κ ο ι ν ὴ ν ἕδρα τῆς ὁμοσπονδίας τὴν Πὸλη καί τὰ Στενὰ, ἀλλὰ βέβαια ὄχι ὑπὸ ἰδιαίτερη καί ἀποκλειστικὴν κυριαρχία κανενὸς ἀπὸ τὰ ἔθνη τῆς Ἀνατολῆς.
Σχεδὸν ὅλες αὐτὲς οἱ προϋποθὲσεις δυὸ χρὸνια μετὰ τὸ φόνο του χὰρη στὴν ἐσωτερική μας φριχτὴ διχοστασία καί στὴν ἐπακόλουθη μικρασιατικὴ μας καταστροφὴ καί ἀνεπανόρθωτη ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν ἀνατράπηκαν, ἂν ὄχι ὁριστικά, γιὰ κάμποσες ὅμως γενεὲς. Πιστεύω ὡστὸσο πώς, ἂν εἶχε ζήσει μετὰ τὸ 1920, θὰ συντελοῦσε ἀποφασιστικὰ νὰ προληφθῆ κατὰ μεγάλο μέρος ἡ μικρασιατικὴ καταστροφή ἴσως κι αὐτῆς οἱ συνέπειες νὰ εἶχαν κατὰ σημαντικὸ ποσοστὸ μειωθῆ μὲ τὴ συμβολὴ τῶν φὼτων, τοῦ ἤθους καί τῆς ἀξιοσὺνης τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ Ἕλληνα.
Ἀλλὰ ποιοί ἀπὸ τοὺς καλὺτερους ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ Ἕλληνες μετὰ τὸ 1821 δὲν ἐπλήρωσαν μὲ τὴ ζωή τους ἤ τουλὰχιστο μὲ συκοφαντίες καί διωγμοὺς συστηματικοὺς τὴν ἀφοσίωσή τους στὸ καθῆκον πρὸς τὴ Χριστιανικήν Ὀρθοδοξία, τὸν Ἑλληνικό Λαὸ καὶ τὸ Ἒθνος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ἀνθρωπότητα, ὡς σύνολο, ἀρχὶζοντας ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, τὸν Γεώργιο Καραϊσκάκη, τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρὼνη, τὸν Μακρυγιὰννη, τὸν Καποδίστρια, τὸν Χαρίλαο Τρικοὺπη κ.λ.π, ἴσαμε σήμερα.
Πὸσο δίκαιον εἶχε ὁ Διονύσιος Σολωμός νὰ ἐξαγγὲλνη μὲ τὸν Ὕμνο του στὴν Ἐλευθερία
«...Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσὸ τους,
δὲν τοὺς πρὲπει ἐλευθεριά!»
καὶ νὰ νουθετῆ·..................................................................................
«...Πὰντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθῆ...».
Αὐτὴ δὰ τὴν ἕνωση ποτὲ δὲν ἔπαυσε νὰ ἐπιδιὼκη ὁ Ἲων μ’ ὅλες τὲς δυνάμεις του, ἰδίως κατὰ τὰ ἔτη 1915, 1916 καί 1917 καὶ αὐτὴν ἔλπιζε νὰ ἐπιτὺχη μετὰ τὴν ἐπάνοδό του ἀπὸ τὴν ἐπὶ δυόμιση χρόνια ἐξορία[...][4], τὴν ἕνωση τῶν Ἑλλήνων, ποὺ καί μετὰ σαρὰντα χρόνια δὲν ἔχει ἀκὸμη πραγματοποιηθῆ.
Πρέπει ὡστόσο νὰ ἔχωμε κατὰ νοῦ, πὼς ἡ ἔκρηξη τῆς ρωσικῆς ἐπαναστάσεως κατά τὰ τὲλη τοῦ Α΄ παγκὸσμιου πολέμου δημιουργοῦσε ριζικὲς ἀναστατὼσεις ὄχι μόνο ἐσωτερικὲς μὲσα στὴν ἀπὲραντη Ρωσικήν Αὐτοκρατορίαν, ἀλλὰ καὶ γενικὸτερες στήν ὅλη διεθνῆ κατὰσταση τῆς Εὐρώπης καί τῆς λοιπῆς Οἰκουμένης. Ὁ Ἴων, ποὺ κατὰ τὴν πρεσβευτική του ὑπηρεσία στὴ Ρωσία στὲς ἀρχὲς τοῦ πολεμου εἶχε αἰσθανθῆ τὸ κοινωνικὸ ἡφαίστειο νὰ βροντολογῆ ὑπόκωφα ἐκεῖ, πρόβλεπε πὼς τὰ παγκόσμια προβλήματα θ’ ἀναγκάζονταν νὰ προσαρμοσθοῦν εἴτε βίαια εἴτε βαθμιαῖα πρὸς τὲς νεώτερες κοινωνικὲς καί διεθνεῖς συνθῆκες, ποὺ θ’ ἀνὰκυπταν ἀπὸ τὸν πόλεμο καὶ τὴ ρωσικὴν ἐπανάσταση, καὶ πὼς ἡ διαδικασία αὐτὴ θὰ βαστοῦσε ἐπὶ γενεὲς.
Μὲ τὲτοιες ἀντιλήψεις, ἄν δὲν εἶχε σκοτωθῆ, θὰ εἶχε ἀσφαλῶς προσπαθὴσει νὰ συντελέση στή διόρθωση, κατὰ τὸ δυνατὸ ταχύτερα —δηλαδὴ προτοῦ στερεωθῆ τὸ σοβιετικὸ ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς στὴ Ρωσία— τῆς τόσο ὀλέθρια λανθασμὲνης ἑλληνικῆς πολιτικῆς στήν Ἀνατολὴ καὶ στή συσπείρωση τοῦ Ἒθνους καὶ τοῦ Λαοῦ γιὰ κὰθε ἀπρόβλεπτο ἐνδεχόμενο, καθὼς καὶ στή βαθμιαία συσσωμάτωση ὅλων τῶν σύνοικων στὴν ἑνιαία χὼρα τῶν δύο χερσονήσων, Αἵμου καὶ Μικρασίας, ἐθνῶν.
Ἀκόμη ὅμως βαθύτερα καὶ ἐγκαιρότερα, ἴσως καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τοῦ Β΄ παγκὸσμιου πολέμου (1939-1945) καί βέβαια ἐγκυρὸτερα ἀπὸ μᾶς τοὺς ὀλιγότερο παρασκευασμένους, θ’ ἀναγνώριζε τὸν ἀποφασιστικὸ χαρακτήρα τοῦ παράγοντα τῆς θρησκείας, καὶ δή τῆς χριστιανικῆς, γιὰ τὴν ἀντιμετὼπιση τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ καί ἰμπεριαλιστικοῦ δόγματος τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ καί τῆς τέλεια ἀνελεύθερης καί ἀντιπνευματικῆς εἰδωλολατρείας τοῦ Μάρξ, τοῦ Λὲνιν, τοῦ Τρότσκυ καί τῶν λοιπῶν «προφητῶν» τοῦ κομμουνισμοῦ πρὸς ἐξασφὰλιση τῆς πολιτικῆς καί πνευματικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἀνθρωπὸτητας.
Δὲν ἀμφιβάλλω πώς, ἂν καί δὲν ἀνὰφερνε ρητὰ ὡς πρωταρχικὸν παράγοντα τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ποὺ εἶχε σταθῆ ἡ βαθύτερα γενεσιουργὴ αἰτία καί ὁ ἀνώτερος σκοπὸς τῆς οἰκουμενικῆς βυζαντινῆς χιλιετίας, δὲν θ’ ἀργοῦσε νά τὸν προβάλη. Στ’ ἀπόσπασμα τοῦ Ἡμερολογίου του τῆς 14 Αὐγούστου 1919 στή Σκόπελο γράφει· «...Ὅσοι νιὼθουν στενοχὼρια στὴν Ἑλλάδα καταφεύγουν σὲ παλιὸτερα ἑλληνικά πρὸτυπα· στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἤ σ τ ὴ Β υ ζ α ν τ ι ν ή ν Ἑ λ λ ά δ α, δ η λ α δ ὴ σ τ ὴ ν Ἀ ν α τ ο λ ή, ἤ καταφεύγουν σὲ νὲα ἀνύπαρχτα ἀκὸμη πρὸτυπα, στὸν σοσιαλισμό, στὸν ἀναρχισμὸ…». Μέσα στὸν ὅρον ὅμως β υ ζ α ν τ ι ν ὴ ν Ἑ λ λ ά δ α κ α ί κ α θ’ ἡ μ ᾶ ς Ἀ ν α τ ο λ ὴ ν ἐννοοῦσε κατὰ ἀναγκαστικὴ συνέπεια καὶ περιλάβαινε ἀναμφίβολα τ ὸ ν Χ ρ ι σ τ ι α ν ι σ μ ό ν ὑπὸ τήν ἀνατολικὴν ὀρθόδοξη ὑφὴ καὶ μορφή του, ὡς πρωταρχικὸν παράγοντα.
Θὰ συμπέραινε ἑπομένως ὡς πρὸς τὸν ὀρθολογιστικὸ συνεργατισμὸ καὶ τὴν κοινωνικήν ἀλληλεγγύη, ποὺ διαλαλοῦσε, καὶ θὰ τὸνιζε, ὅσο θὰ πήγαινε περισσότερο, τήν ἀστείρευτη πηγὴ τῆς ἀδελφοσύνης, τοῦ οἴκτου καὶ τῆς ἀγάπης, τῆς ὁλότελα χριστιανικῆς.
Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔννοια τοῦ νέου ἑλληνικοῦ ἐθνισμοῦ πάνω ἀπό τὴν κλασικὴν παράδοση τῆς ἀρχαιότητας (ἀπαλλαγμένου ἀπὸ τὲς ὑπερβολὲς τοῦ ἐθνικισμοῦ) θὰ ὕψωνε τὴ ζωντανὴ σὴμερα ἑλληνικὴν ψυχήν, ὅπως ἔχει διαποτισθῆ καὶ ξαναγεννηθῆ ὑπὸ τὴν ἀνεξάντλητη ζύμη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπὶ σχεδὸν δυὸ χιλιάδες χρόνια.
Πὰντως θά ἐρχόταν ἡ στιγμὴ πρίν, κατὰ καὶ μετὰ τὸν Β’ παγκόσμιο πόλεμο ν’ ἀναγνωρίση τὸν Χριστιανισμὸν ὡς ἐκ τῶν ὧ ν ο ὐ κ ἄ ν ε υ ὅρο τῆς νίκης ἐπάνω στὸν ὑλισμό, τὴ βία καὶ τὸν ὁλοκληρωτισμό, καθὼς καὶ τῆς πνευματικῆς χαλιναγωγὴσεως τοῦ μηχανιστικοῦ, τεχνολογικοῦ, «πυρηνικοῦ» λεγόμενου πολιτισμοῦ, ὄχι βέβαια μόνο γιά τὸ Ἑλληνικὸν Ἒθνος καὶ τὴ γύρω μας Ἀνατολήν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Οἰκουμένην ὁλόκληρη.
Κατὰ τήν μετὰ τὸ 1920 συνέχεια τῆς ἀλματικῆς προόδου τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν μέσων, καθὼς καί τῶν συνακόλουθων μεταβολῶν τῶν οἰκουμενικῶν συνθηκῶν, συμπεραίνω καὶ πιστεύω πώς, ἄν εἶχε διαφύγει τὸν πρόωρο θάνατο, θὰ συντελοῦσε πληρὲστερα καί ἀσφαλέστερα στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας, ὅτι μ ό ν ο μ ὲ τ ὴ ν π ν ε υ μ α τ ι κ ὴ ν ἐ π ι κ ρ ά τ η σ η κ α ί ἑ ν ό τ η τ α τ ῆ ς χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ῆ ς π ί σ τ η ς σ τ ή ν Ο ἰ κ ο υ μ ὲ ν η ε ἶ ν α ι δ υ ν α τ ὸ ν ά σ ω θ ῆ ἡ Ἀ ν θ ρ ω π ο σ ύ ν η ἀ π ὸ τ έ λ ε ι α κ α τ α σ τ ρ ο φ ὴ κ ι ἐ ξ ο υ θ ὲ ν ω σ η.
Ὁπωσδήποτε ὅμως τὰ δεινὰ κι οἱ δοκιμασίες, ποὺ γιὰ τὸν Ἑλληνικὸ Λαὸν ἀκολούθησαν τὴν αἱματερὴ τοῦ Ἲωνος θυσίαν ἵσαμε σήμερα, μᾶς βοήθησαν καί μᾶς βοηθοῦν ἀνυπολὸγιστα νὰ νιώθωμε βαθύτερα καί νὰ διακρίνωμε καθαρότερα τὸ ἀνηφορικὸ καί σκληρὸ μονοπάτι, ποὺ ὀφείλομε νὰ ἀνεβοῦμε γιά νὰ φθάσωμε ὅπου μᾶς καλεῖ ἡ ἐπιτὲλεση τῆς πνευματικῆς, ἀναγεννητικῆς ἀποστολῆς μας.
Ἀνάγκη λοιπὸν ἦτον νὰ ξαναδημοσιευθῆ σήμερα συμπληρωμὲνη ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐθνικοκοινωνικῶν βιωμὰτων καὶ πορισμάτων, τῶν σκέψεων καί σχεδίων του, ὥστε ν’ ἀποτελὲσουν ζωηρὸ καὶ σταθερὸ κίνητρο, γενναίαν ἐνθάρρυνση πρὸς συνὲχιση καί πλὴρωση τῆς ἀποστολῆς μας, ὡς ἀνατολικῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴ νίκη τοῦ ἐνιαίου Χριστιανισμοῦ, ὅπου μέσα περιλαμβάνεται ὁλόκληρη ἡ ἑλληνική ψυχή, πρὸς τὴ μεταμόρφωση καὶ ἀνάσταση τῆς ἀλληλοσπαρασσὸμενης Ἀνθρωποσύνης.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
3 Ἰουνίου 1963
[1] [ΣτΕ] Προσφιλές στον Φίλιππο Δραγούμη εδάφιο από το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, Κεφ. 12/στ. 24, 25. Ο Φ.Δ. ζήτησε και να αναγραφεί επίσης στη βάση/βάθρο της ορειχάλκινης προτομής του Ίωνος Δραγούμη που τοποθετηθηκε στην πλατεία της γενέτειρας της οικογένειας Δραγούμη, στο Βογατσικό, το 1971.
[2] Ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη στὸν τότε Πρόεδρο τοῦ Ε.Μ.Σ. καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀείμνηστο Στίλπωνα Κυριακίδην γιὰ τὴν ἀποδοχὴ κατ’ ἀρχὴν τῆς προσφορᾶς καὶ τὴν ἀπόφαση ἄμεσης προκριματικῆς δημοσιεύσεως τῆς Ἐκλογῆς, [Σχόλιο του Φίλιππου Στ. Δραγούμη]
[3] Δὲν εἶχε ἀκόμη κλείσει τὸ 42ο ἔτος τῆς ἡλικίας του. [Σχόλιο του Φίλιππου Στ. Δραγούμη]
[4] Ἡ κοινοβουλευτική του σταδιοδρομία βάσταξε ὅλο κι ὅλο πέντε χρόνια (1915-1920) ποὺ ἀπ’ αὐτὰ τὰ μισὰ τὰ πὲρασε στὴν ἐξορία ἀντισυνταγματικὰ καὶ αὐθαίρετα διωγμὲνος ἀπὸ τὴ Βουλή. [Σχόλιο του Φίλιππου Στ. Δραγούμη]
[ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ-ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ]

%20%CE%91%CE%99%CE%98%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%91%20%CE%9C.%20%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%93%CE%9D%CE%A9%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%9A%CE%97%20Live%20Stream%20-%20YouTube.png)

Το ερώτημα είναι διπλό. Οι μεγάλες φυσιογνωμίες δεν αλλάζουν μόνο χαρακτήρα όπως όλοι μας με την πάροδο του χρόνου. Επειδή ακριβώς είναι μεγάλες προσωπικότητες αλλάζουν τη διαμόρφωση της ιστορίας στο χώρο δράσης τους ή και στο παγκόσμιο. Επειδή αλλάζουν τη δυναμική των γεγονότων, τις εξελίξεις τους αλλά και την επίδραση άλλων ανάλογων προσώπων στη διαμόρφωση της ιστορίας. Έτσι δε θα μάθουμε ποτέ ποιά θα ήταν η διαμόρφωση της Ελληνικής πολιτικής σκηνής αν δε δολοφονούνταν ο ΙΔ ούτε πως θα έμοιαζε η σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ελλάδας αν υπήρχε επαρκής αντίλογος στον άκρατο Βενιζελισμό στα πλαίσια της Ελληνικής Δημοκρατίας. Προσωπικά δίνω μεγάλη αξία στον αντίλογο παρά στο λόγο. Γιατί ο λόγος χωρίς ικανή αντιπαλότητα είναι απολυταρχικός όσο δημοκρατικός κι αν είναι ο εκφραστής του. It takes two to tango. Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα. Και εν πολλοίς τις συνέπειες τις ζούμε ακόμα και σήμερα στην πολιτική σκηνή της πατρίδας μας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΝαι Φώντα, με βρίσκεις σύμφωνο. Οι ελπίδες μου είναι έστω και αργά να καταδειχθεί ότι για μια τέτοιαν ανάγκη συνύπαρξης-αντιλόγου-δυναμικής άμιλλας και με οραματισμούς έστω και ουτοπικούς βρέθηκε ο Δραγούμης στη δίνη του 'Εθνικού Διχασμού". Η Ελλάδα δυστυχώς θα συνεχίσει να ζει όσο θα ζει σαν ένα μεγάλο χωριό (με όλα τα καλά και τα κακά του) αλλά χωρίς βηματισμό και με φαντασιώσεις συχνά καταστροφικές...
Διαγραφή