«Το ασύλληπτο μειδίαμα» του Ίωνος Δραγούμη την ώρα του θανάτου του...
...δὲν ἐφαντάσθηκα τὸ χαμόγελο· τοῦτο ὑπῆρξε στὸ νεκρὸ πρόσωπο τοῦ Ἴωνος καὶ τὸ εἶδαν ἄνθρωποι δικοί του ποὺ ἔδωκαν τὲς τελευταίες φροντίδες εἰς τὸ σῶμα του.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ
ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ προέρχεται απο μιαν απάντηση του Φιλίππου Στ. Δραγούμη προς τον Γιώργο Θεοτοκά με τίτλο «Μιά ἀπάντηση—Ὁ ἴδιος ὁ Ἴων Δραγούμης» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα τον Αύγουστο του 1929*. Την συγκλονστική μαρτυρία για το μειδίαμα του νεκρού Δραγούμη την καταθέτει και ο επιστήθιος φίλος του Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης μερικά χρόνια αργότερα, όταν γραφει για την Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως και θυμάται τη φιλία και τη συνεργασία του με τον Δραγούμη...
...Ο κ. Θεοτοκᾶς γράφει [...] τ’ ἀκόλουθα: κάποιος λέει πὼς «τὸ ἀσύλληπτο χαμόγελο, ποὺ ἔμεινε στὸ νεκρό του πρόσωπο, μαζὶ μὲ τὸ αἷμα του σφραγίζει τὴ μορφή του τόσο ποὺ ἐντυπωμένο μέσα μας, ἐπικυρώνει τὴ ζωή μας ὡς ἀνθρώπων καὶ ὡς Ἔθνους». Δὲν καταλαβαίνω τί πάει νὰ πῆ αὐτὴ ἡ φράση οὔτε ξέρω σὲ ποιόν ἀνήκει. Τὴ βρίσκω στὴ μελέτη τοῦ κ. Καρούζου χωρίς υπογραφή. Φαίνεται πὼς ἐκφράζει ὑψηλὰ νοήματα. Ὁπωσδήποτε ἤθελα νὰ τὸ δῶ τὸ χαμόγελο τοῦ σκοτωμένου». Καὶ παρακάτω [γράφει ο κ. Θεοτοκάς] Γιατὶ ὁ Ἴων δὲν θὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔγραψε, αὐτὸς ποὺ ὑπόφερε καὶ ποὺ περιφρόνησε, ἂν δὲν εὕρισκε ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἕνα σαρκασμὸ πρὸς τὴν ἀνθρωποσύνη. Καὶ ἀκόμη παρακάτω: Ἡ νεκροκεφαλή του σαρκάζει κάπου μέσα στὸ χῶμα κι αὐτὴ ἡ ἀπάντηση τοὺς ἀρκεῖ.
Ὁ «κάποιος» ποὺ ἔγραψε μιὰ φράση σὰν αὐτὴ ποὺ παίρνει ὁ κ. Θεοτοκᾶς ἀπ’ τὸν κ. Καροῦζο, ὄχι ὅμως αὐτὴ τὴν ἴδια, εἶμαι ἐγώ. Ἐγὼ ἔγραψα στὸν πρόλογο τῆς «Σαμοθράκης» τ’ ἀκόλουθα: «Ὁ Ἴων εἶχε τότε ἀποχωριστῆ ὁριστικὰ ἀπὸ τὸ συμβατικὸ περιβάλλον του καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχή του, ἀλλὰ σύγκαιρα πολλαπλασιάσει τὴν ἐνέργειά του μέσα σ’ αὐτή. Τότε εἶχε αἰσθανθῆ συχνὰ τὸ θάνατο κοντά του καὶ τὸ αἴσθημα αὐτὸ τοῦ εἶχε δυναμώσει τὴ ζωτικότητα καὶ πλατύνει ἀνυπολόγιστα τὸν ἠθικὸ καὶ πνευματικὸν ὁρίζοντα, ὥστε νὰ χαρῆ ἀληθινώτερα ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς, νὰ καταλάβη ὅλο τὸ βάθος της κι ὅλη τὴ ματαιότητα. Τότε [δηλαδὴ κατὰ τὸ 1905–1906] ἔγινε ἀσύγχρονος καὶ ἔμεινε.
Ὅμοιο κορύφωμα εἶμαι βέβαιος πὼς ἔνοιωσε σὲ ὑπέρτατο βαθμὸ κατὰ τὲς τελευταῖες στιγμές του, ὅταν, ὕστερα ἀπὸ τὸν ἀποκαρδιωτικὸν ἀγῶνα τῶν τελευταίων χρόνων, ἐστάθηκε ἀλύγιστος γιὰ νὰ τὸν τουφεκίσουν. Εἶχε κεῖ ὅλη τὴν ἀτάραχη κι ἀποφασισμένη συναίσθηση πὼς πέθαινε νέος κι ὄρθιος, ὅπως τὸ εἶχε εὐχηθῆ καὶ ἐπὶ πλέον ὡς χαρακτηριστικό πρόσωπο σὲ μεγάλην ἐθνικὴ καὶ ἀνθρώπινη τραγωδίαν, ἐνεργούμενο ἀπὸ ἀνεξιχνίαστη μοῖρα. Γι’ αὐτὸ ἡ νίκη φτερούγισε τελευταία φορὰ κοντά του, τὴν ὥρα ποὺ ἀντάμωνε τὸ θάνατο, καὶ τοῦ ἄφησε στὸ νεκρὸ πλέον πρόσωπο κάποιο ἀσύλληπτο χαμόγελο.
Τὸ χαμόγελο κεῖνο μαζὶ μὲ τὸ αἷμα του σφραγίζει τὴ μορφὴ καὶ τὸ ἔργο του τόσο, πού, ἐντυπωνόμενο μέσα μας, ἐπικυρώνει τὴ ζωή μας, ὡς ἀνθρώπων καὶ ὡς ἔθνους.
Ἔβαλα ὅλη τὴν προηγούμενη σειρὰ ἰδεῶν ποὺ καταλήγει στὴ φράση παραμορφωμένη γιὰ νὰ μπορέση νὰ τὴν ἐννοήση ὁ κ. Θεοτοκᾶς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψη μάλιστα νὰ τοῦ τὴν ἐξηγήσω κιόλα. Γράφοντάς την δὲν ἐφαντάσθηκα τὸ χαμόγελο· τοῦτο ὑπῆρξε στὸ νεκρὸ πρόσωπο τοῦ Ἴωνος καὶ τὸ εἶδαν ἄνθρωποι δικοί του ποὺ ἔδωκαν τὲς τελευταίες φροντίδες εἰς τὸ σῶμα του (ἐγὼ δυστυχῶς τὴν τρομερὴ ἐκείνη ὥρα ἀπουσίαζα στὸ ἐξωτερικό). Ἀλλὰ δὲν εἶχε καμιὰ πικρία τὸ χαμόγελο, ἀπολύτως καμιά κακία κάθε ἄλλο παρὰ σαρκασμὸς ἦτον. Ἦτον μειδίαμα νίκης, γνώσης, ἐπιείκειας, ἤρεμης καλοσύνης, ντυμένης μέσα σ’ ἐλαφρὴν εἰρωνία. Σκιὰ τοῦ συνηθισμένου του χαμόγελου. Ἀλλὰ κι ἂν δὲν εἶχε ὑπάρξει καθόλου αὐτὸ τὸ χαμόγελο στὸ νεκρό του πρόσωπο, θὰ ἤμουν βέβαιος πὼς ἔτσι εἶχε αἰσθανθῆ τὴν ὥρα ποὺ στάθηκε νὰ τὸν τουφεκίσουν. Θὰ αἰσθάνθηκε βέβαια νικητής.—Γιατί μὲ τὴν πράξη τοῦ σκοτωμοῦ του ἔμπαιναν εἰς τὴν πραγματικήν των θέση οἱ ἀντίπαλοί του, «οἱ βάρβαροι» (ὀνομασία ποὺ δανείζεται ἀπὸ τὸν Μπαρές ὁ κ. Θεοτοκᾶς).— Γιατί πραγματοποιοῦνταν ἡ ἐπιθυμία του νὰ πεθάνη νέος καὶ ὄρθιος, ἀγωνιζόμενος.— Γιατὶ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου του ἦταν ἡ πιὸ ἔντονη τῆς ζωῆς του καὶ ἔτσι νέα γνώση ἀποχτοῦσε κείνη τὴ στιγμή.— Γιατὶ ἤξερε ὅτι οἱ ἰδέες μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ ἡρώων νικοῦν.— Γιατὶ θὰ εἶπε μέσα του: «Ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τι ποιοῦσι».— Γιατὶ θὰ ἔλαμψε ἡ σκέψη πώς «ἡ κωμωδία ἐτελείωσε» καὶ θὰ πρόσθεσε «μά καὶ ἡ τραγωδία», ξέροντας καλλίτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον πὼς ὁ βίος του ὁλόκληρος, ὅπως κι ὅλη ἡ πλοκή τῆς τελευταίας του μέρας, ἀποτελοῦν καταπληκτικά τραγικό σύνολο, σὰν ἀρχαίας τραγωδίας. Τέλος γιατὶ θὰ εἶπε μέσα του: «Κι ὅμως δὲν τρέμω σὰν τὸ ζαγάρι».
Λοιπὸν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ νεκροκεφαλή του σαρκάζει κάπου μέσα στὸ χῶμα», γιατί κι ὅταν ἦτον ζωντανός κι ὅταν ἔμεινε νεκρὸς δὲν ἐσάρκαζε ποτέ, ἀκόμη κι ὅταν εἰρωνευόταν, καὶ εἰρωνευόταν συχνά. Ἡ περιφρόνησή του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ τονίζει ὑπερβολικὰ ὁ κ. Θεοτοκᾶς, δὲν ἦταν ἄμιχτη μ’ ἀγάπη καὶ στοργή, ἴσως μάλιστα νὰ προέρχονταν ἀκριβῶς ἀπ' αὐτήν. Ὁπωσδήποτε τὰ τελευταῖα του χρόνια εἶχε ἀναπτυχθῆ μέσα του πλατειὰ ἐπιείκεια γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ περιέργειά του γιὰ τὸ θάνατο δὲν ἐσήμαινε ἄρνηση τῆς ζωῆς. Ἀκριβῶς τ’ ἀντίθετο.
Ἔχω ὅμως νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς, σχετικά μὲ τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου του ἀπὸ ἐθνικὴν ἄποψη· ὅτι τὴ θέση τοῦ Ἴωνος στὸν ἐμφύλιο σπαραγμὸ τὴν παρεξήγησαν ἄλλοι θεληματικά, ἄλλοι ἄθελα, ἂν καὶ τόσο καθαρὰ καὶ ἐπίμονα τὴν εἶχε καθορίσει καὶ διακηρύξει ὁ ἴδιος. Ἀκόμη ἀπὸ τὲς παραμονές τοῦ τουρκικοῦ πολέμου στὰ 1912 χρονολογεῖται ἡ ἀντίθεση τῆς ἀνατολικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἴωνος πρὸς τὴν καιροσκοπική καὶ τυχοδιωκτικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴ τοῦ κ. Βενιζέλου. Κατόπιν εἰς τὰ 1915 τὸν ἀντιπολιτεύθηκε ὄχι ἀπὸ συντηρητικότητα ἤ βασιλισμό, παρά μόνο στὸ ἐθνικὸ ἐπίπεδο, ἐπειδὴ ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων ἐπὶ πλέον ἔγινε ὄργανο τῶν ξένων καὶ τοὺς ἐβοήθησε ν’ ἀνακατωθοῦν εἰς τὰ ἐσωτερικά μας πράγματα καὶ νὰ μεταβάλουν μὲ τὴ βία τὴν ἀνεξάρτητη Ἑλλάδα σὲ προτεκτορᾶτο τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων. Τὸν πράκτορα τῶν ξένων καὶ τὴν δυτικὴν ἐπιβολὴν ἀντιμετωπίζοντας ἐσκοτώθηκε ὁ Ἴων. Τὴν ὑπόθεση τοῦ βασιλισμοῦ ὑποστήριζε μονάχα παρεμπιπτόντως, ἐφόσον ἐταυτιζόταν μὲ τὴν ὑπόθεση τῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδας, τῆς κυριαρχίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν Ἀνατολή. Ἀλλὰ βέβαια, ὅπως εἶχαν παρεξηγήσει τὴ θέση του καὶ οἱ δυὸ μερίδες, παρεξήγησαν καὶ τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου του καὶ οἱ δυό. Ἡ παρεξήγηση ὅμως, ὅσο θὰ περνᾶ ὁ καιρὸς, θὰ διαλύεται καὶ θὰ φαίνεται τὸ σύμβολο καθαρότερα καὶ φωτεινότερα. [...]
*Δραγούμης, Φίλιππος, Μιά ἀπάντηση—Ὁ ἴδιος ὁ Ἴων Δραγούμης, Ἑλληνικά Γράμματα, ἔτος Γ΄ τόμος Ε΄, τχ. 62, Σάββατο 24 Αὐγούστου 1929, σελ. 448-449.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.