«Ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που αισθάνθηκε τὴν ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου»
Ο Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ που έγραψε, μετά το 1920, πλήθος από θετικές αξιολογήσεις για το έργο και τη ζωή του Ίωνα Δραγούμη. Κάποτε τον κριτικό του λόγο τον στομώνει η πολιτική του τοποθέτηση κι έτσι, μοιραία, αφήνεται αστόχαστα να βάλει στο ζύγι και να συγκρίνει ...«μήλα με πορτοκάλια».
Με συγκινεί η παραλληλία που βρίσκει εδώ ανάμεσα στους ερειπιώνες του έργου ενός μεγάλου μας ποιητή και ενός, κατά την ταπεινή μου γνώμη, σπουδαίου Έλληνα με βίο και έργο αξεχώριστα: Στὸ ἐρείπιο τοῦ Σολωμοῦ ὑπάρχουν ἐκλάμψεις ἰδιοφυΐας, ἐνῶ στὸ ἐρείπιο τοῦ Δραγούμη ὑπάρχουν μονάχα ἀγγέλματα καὶ προσκλήσεις, ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ ὅτι ἡ πεζογραφία, πιο στοχαστικὴ καὶ κοπιαστική, προχωρεῖ ἀργότερα ἀπό τό λυρισμό καὶ δὲ βιάζεται νὰ δώσει καρπούς.
Όμως, ο Θεοτοκάς και άλλοι δεν γνώρισαν ποτέ τα ημερολόγια-Τετράδια. Ίσως θα σχημάτιζε άλλη, καλύτερα αιτιολογημένη άποψη. Αλλά και σήμερα που ακόμα δεν έχουν παραδοθεί και αυτά ολάκερα είναι ο καιρός ενάντιος και απρόσφορος... Γιατί μάλλον δεν υπάρχουν πια Θεοτοκάδες να αφουγκραστούν και θαρραλέα να κρίνουν...
...Προσπάθησα σ’ ἕνα ἄλλο κεφάλαιο να συζητήσω τὰ προβλήματα τῆς πεζογραφίας μας. Ἐδῶ ἀρκοῦμαι νὰ θυμίσω τὸ ὄνομα ἑνὸς προδρόμου: Ὁ Ἴων Δραγούμης ξεπέρασε τόσο πολὺ τὴν ἐποχή του ὥστε καὶ σήμερα ἀκόμα, δέκα χρόνια μετά τὸ θάνατό του, ἡ ἑλληνική κριτικὴ δὲν τὸν καταλαβαίνει καλά.
Εἶδαν καὶ βλέπουν σ’ αὐτὸν μονάχα τοὺς ἐξωτερικοὺς ἀγῶνες του καὶ τὴν ἐθνικιστική διδασκαλία του, μὰ δὲν αἰσθάνθηκαν ἀκόμα τοὺς ἐσωτερικοὺς ἀγῶνες του καὶ τὴ βαθιά ἀνησυχία τῆς ψυχῆς του. Δὲν παραγνωρίζω καθόλου τὴ σημασία τοῦ ἐξωτερικοῦ Δραγούμη, τοῦ Δραγούμη τῆς Μακεδονίας, τοῦ ἐθνικιστικοῦ δημοτικισμοῦ καὶ τοῦ κωνσταντινισμοῦ. Τουναντίο, πιστεύω πὼς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικώτερους παράγοντες τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς στὴν πρώτη εἰκοσαετία τοῦ αἰώνα μας, καὶ κατὰ πολὺ ἀνώτερος ἄνθρωπος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀντιπάλους τοῦ Βενιζέλου, ἴσως ἀνώτερος κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Βενιζέλο ὡς ἀνθρώπινη ψυχή, ἀλλὰ ἀσφαλῶς πολὺ κατώτερός του στην πολιτική διαίσθηση, στο πολιτικό πνεῦμα καὶ στὶς ἱκανότητες τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ κυβερνήτου. Ἡ δράση του κόβεται στὴ μέση ἀπὸ τὴ δολοφονία του, τὴ στιγμὴ τῆς μεγαλύτερης ἐνεργητικότητάς του, καὶ ἐνῶ ἡ νέα Ἑλλάδα ἔμπαινε στὴν πιὸ κρίσιμη περίοδο τῆς ἱστορίας της. Ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ κριθεῖ ἡ δημόσια σταδιοδρομία του σὰν κάτι τὸ ὁλοκληρωμένο, ἀλλὰ σὰν μιὰ σταδιοδρομία ἀτελής, ποὺ δὲν πρόφτασε οὔτε νὰ ἐξαντλήσει, οὔτε κὰν νὰ ἐκδηλώσει ὅλες τὶς πιθανότητές της. Ὁ Δραγούμης μετὰ τὰ 1920 θὰ ὁδηγοῦσε τὴ δράση του στὸν ὑπέρτατο βαθμὸ τῆς ἔντασής της καὶ θὰ ἔδειχνε ὅλες τὶς δυναμικότητές του. Εἶναι πιθανό πὼς θὰ τελείωνε κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους στὸ Γουδί, τὸ Νοέμβριο του 1922, εἶναι ὅμως ἐπίσης πιθανὸ πὼς θὰ ἔδινε στὸ μικρασιατικό δρᾶμα μιὰ ἀπρόβλεπτη τροπή. Ἴσως ἔσωζε τὴ δυναστεία, μὰ ἴσως νὰ τὴν ἔριχνε αὐτὸς πρὶν προφτάσει νὰ τὴ ρίξει ὁ κ. Παπαναστασίου. Δὲν ἀποκλείεται νὰ περιοριζότανε μὲ πεῖσμα στὸ στεῖρο ρόλο τοῦ ἀντιδραστικοῦ, μὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ νὰ αἰσθανότανε καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον τὶς ἀνάγκες τῆς μεταπολεμικῆς Ἑλλάδας καὶ νὰ ἄνοιγε τους δρόμους μιᾶς νέας ἐποχῆς. Τέτοιες ψυχές, πολυσύνθετες καὶ ἀντιφατικές, δὲν μποροῦμε νὰ τὶς ταξιθετήσουμε σίγουρα καὶ ὁριστικά, ὅπως ταξιθετοῦμε ἀνθρώπους ἁπλούς, μονοκόμματους καὶ ἀνεξέλιχτους, σὰν τὸ Δημήτριο Γούναρη, λόγου χάρη, ποὺ κάνουν σ’ ὅλη τὴ ζωή τους τὴν ἴδια χειρονομία καὶ λένε τὸ ἴδιο τροπάριο. Μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πολὺ καλὰ τί στάση θὰ κρατοῦσε σήμερα ὁ Γούναρης ἂν ζοῦσε. Θὰ ἦταν ὁ πιὸ τυπικὸς ἀντιπρόσωπος τῶν προπολεμικῶν νοσταλγιῶν, θὰ ὑποστήριζε μὲ πάθος τὶς πολιτικὲς καὶ κοινωνικές αρχές τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου Α΄, θὰ κοίταζε τὰ φλογερά προβλήματα τῆς σημερνῆς Εὐρώπης μὲ τὸ ἤρεμο βλέμμα ἑνὸς δικηγόρου τῆς Πάτρας τοῦ 1900, καὶ θὰ βοηθοῦσε τὶς πνευματικὲς ἀναζητήσεις μας μὲ παραπομπές στοὺς Ρωμαίους καὶ Γερμανούς νομοδιδασκάλους. Ἐνῶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξέρει σὲ ποιὲς ἀνεξερεύνητες καὶ ἐπικίνδυνες περιοχὲς τῆς δεξιᾶς ἢ τῆς ἀριστερᾶς θὰ ἔσερναν σήμερα τὸ Δραγούμη οἱ διάφορες και συχνὰ ἀντικρουόμενες ζωικὲς ὁρμές του κ’ ἡ ἀνησυχία τοῦ πνεύματός του.
Αὐτὸς ὁ Χάμλετ τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἔγραψε μερικές ὄμορφες σελίδες τῆς πρόσφατης ἱστορίας μας μὲ τὴ δράση του, ἔγραψε ὅμως μὲ τὴν ψυχή του καὶ μερικὲς ὄμορφες σελίδες τῆς λογοτεχνίας μας ποὺ συχνὰ διαψεύδουν τὶς πρῶτες. Ἡ ψυχὴ ποὺ αἰσθανόμαστε νὰ σπαρταρᾶ μέσ’ στὰ βιβλία του, ἀκόμα καὶ μέσ’ στὶς πιὸ δογματικὲς καὶ φανατισμένες σελίδες του, εἶναι ἡ πιὸ βασανισμένη ψυχή τῆς πεζογραφίας μας. Τὰ σκιρτήματά της, ἐκφρασμένα χωρὶς τάξη καὶ σοβαρὴ ἐπεξεργασία, μᾶς ἀγγίζουν πολὺ βαθύτερα ἀπὸ τὰ καλύτερα κομμάτια τῆς ἑλληνικῆς ἠθογραφίας. Ὁ κρυμμένος Ἴων, αὐτὸς ποὺ ξυπνᾶ τὴ νύχτα μέσ’ στὴ μοναξιά, ἄγνωστος στοὺς πολλούς, γιὰ νὰ ρίξει στὸ χαρτί τὶς ἐσωτερικές περιπέτειές του, δὲν ἔχει πεισθεῖ γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν ἀρχῶν ποὺ ὑποστηρίζει ὁ Δραγούμης τῆς δημόσιας ζωῆς. Δὲν μπορεῖ νὰ πεισθεῖ ὁριστικὰ γιὰ τίποτα, γιατὶ ἡ ἀθεράπευτη ἀνησυχία του τοῦ ξανοίγει πάντα νέους ορίζοντες καὶ τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀνατρέπει τά ὅρια ποὺ θέτει στὸν ἑαυτό του. Χωρὶς διακοπή, χαμένος μέσ’ στὸ ἄπειρο τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀγωνίζεται νὰ συλλάβει τὸ νόημα τῆς ὕπαρξής του, βοηθημένος ἀπὸ τὶς δύο ἐπιδράσεις τοῦ Ζαρατούστρα τοῦ Νίτσε καὶ τῆς Λατρείας τοῦ Ἐγὼ τοῦ Μπαρρές. Μᾶς ἀφήνει ἀρκετό ρητορισμό, πολλὲς περιττολογίες, μερικές παρεξηγήσεις τῶν προβλημάτων τῆς σκέψης, μερικὰ ὑποδείγματα καλῆς νεοελληνικῆς πρόζας καὶ μερικὲς τολμηρὲς ἐσωτερικές αναζητήσεις ποὺ δὲν καταλήγουν πουθενά μά ἀνοίγουν δρόμους. Μᾶς ἀφήνει κυρίως μιὰ πολὺ πλούσια, πολὺ δυνατὴ καὶ πονεμένη ψυχή, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἱστορίες, που παράγουν ἐπὶ μισὸ αἰώνα οἱ συγγραφεῖς μας. Ὁ Ἴων Δραγούμης εἶναι ὁ πρῶτος Ἕλληνας πεζογράφος ποὺ αἰσθάνθηκε τὴν ὕπαρξη τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ τίτλος του στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας μας. Θὰ φανεῖ μιὰ μέρα πὼς εἶναι ἕνας μεγάλος τίτλος.
Τὸ ἔργο του βέβαια εἶναι ἐρείπιο. Αλλά μήπως δὲν εἶναι ἐρείπιο κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του καὶ τὸ ἔργο τοῦ Σολωμοῦ; Στὸ ἐρείπιο τοῦ Σολωμοῦ ὑπάρχουν ἐκλάμψεις ἰδιοφυΐας, ἐνῶ στὸ ἐρείπιο τοῦ Δραγούμη ὑπάρχουν μονάχα ἀγγέλματα καὶ προσκλήσεις, ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ ὅτι ἡ πεζογραφία, πιο στοχαστικὴ καὶ κοπιαστική, προχωρεῖ ἀργότερα ἀπό τό λυρισμό καὶ δὲ βιάζεται νὰ δώσει καρπούς. Ὁ λυρισμός μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μέσα σ’ ἕνα ἔθνος ἀρχάριο κι ἄπειρο, ἐνῶ ἡ πεζογραφία προϋποθέτει ὡριμότητα. Ἴσως χρειαζότανε ἡ δοκιμασία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς γιὰ νὰ ἀρχίσει νὰ ὠριμάζει ἡ Νέα Ἑλλάδα.
Απόσπασμα από το: Θεοτοκάς Γιώργος, Ελεύθερο Πνεύμα, Επιμέλεια Κ.Θ. Δημαράς, εκδόσεις Εστία, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, σ.σ. 70-72.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.