«η Ελληνική μορφή και το Ελληνικό Παράδειγμα του Ίωνα Δραγούμη»

  

 Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΝΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ

 

 

...πιστεύω, πὼς ἡ ρήση ποὺ ἀπαντοῦμε δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς μέσα στὸ ἔργο τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, πώς «ἡ βασιλεία ἡ ἐμή οὐκ ἐστὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἀφορᾶ ὑποσυνείδητα περσότερο, τὴ δυσφορία πού τοῦ δημιουργοῦσε ἡ ἀνυπαρξία, στὶς προηγούμενες ἀπὸ τὴν τελευταία καμπὴ καὶ τῆς ζωῆς του καὶ τῆς γύρα του Ἱστορίας, ὁριζόντων ἱκανῶν γιά νά δεχτοῦνε τὸ μεγάλο πέταγμα τῆς καθαρῆς καὶ ἡρωϊκῆς δημιουργικῆς ψυχῆς του.

                            [Απόσπασμα από το κείμενο του Άγγελου Σικελιανού που ακολουθεί]     

    

                                                                                      

 ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ -ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:  ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

 

 

ΜΑΡΤΙΟΣ 1941. ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ύστερα από τη δολοφονία του, ένα μήνα πριν από την είσοδο των Γερμανών κατακτητών στην Αθήνα και την αυτοκτονία της Πηνελόπης Δέλτα,  η Νέα Εστία αφιερώνει ένα τεύχος της στον Ίωνα Δραγούμη. Οι: Αγγ. Σικελιανός, Κλέων Παράσχος, Γ. Θεοτοκάς, Παντ. Πρεβελάκης, Ν. Γιαννιός, Π. Ωρολογάς, Νίκος Καζαντζάκης, Γ. Κορδάτος, Φίλιππος Δραγούμης κ.α. συνεισφέρουν με κείμενα ή ποιήματά τους...

Μπροστά στην οδυνηρή περίσταση και μια δεκαετία των δεινών που μέλλεται να ακολουθήσει ξανά ο τόπος, αυτό μοιάζει σαν προσφυγή-καταφυγή σε κάτι ιερό και ανεξίτηλα συμβολικό που διαχρονικά εκφράζει «η Ελληνική μορφή και το Ελληνικό Παράδειγμα του Ίωνα Δραγούμη» όπως τα ορίζει στο εκτενές, σχεδόν παραληρηματικό και πυρετικά υμνητικό,  κείμενό του ο Άγγελος Σικελιανός που είχε συνδεθεί στενα με τον Δραγούμη. 

 

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ 

   

Ίων Δραγούμης, πορτρέτο από τον Γ. Ροϊλό (1867-1928).

 Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου
  

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ* 

 

         Ἡ πρωτοβουλία τῆς «Νέας Ἐστίας», νὰ ἀσχοληθεῖ πλατιὰ τὴν ὥρ’ αὐτὴ μὲ τὴν Ἑλληνική Μορφή καὶ τὸ Ἑλληνικό Παράδειγμα τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ἀποτελεῖ κατὰ τὴ γνώμη μου, μιὰ πράξη φωτεινή, ποὺ ἀνταποκρίνεται στὶς μέρες μας σὲ μιὰ βαθύτατη ἐσωτερικὴν ἀνάγκη τῶν περσότερο ὑπεύθυνων Ἑλληνικῶν ψυχῶν.

           Γιατί, ἀναμφίβολα, τὴν ὥρ’ αὐτή, τό πιο ἐπεῖγον αἴτημα γιὰ τοῦτες τὶς ψυχές, ποὺ καρτεροῦνε ἀπό μιάν ὥρα σ’ ἄλλη νἄμπουν καὶ σὰν ἔθνος καὶ σὰν ἄτομα μέσα στὸ σύγχρονο ἀπροσμέτρητον ἱστορικό κυκλῶνα, εἶναι φυσικό νά μήν εἶν’ ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνατολῆς βαθιά τους τῆς Ἀρχῆς μιᾶς Ὁλοκλήρωσης τοῦ ῾Ελληνικοῦ Προβλήματος, ὁποὺ ἀπό κάθε ἄποψη (τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν πνευματική προπάντων), ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, νἄναι σὲ θέση νὰ φωτίσει ἱκανοποιητικὰ καὶ τὶς βαθύτερες γωνιὲς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀτομικοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὁμαδικοῦ ἱστορικοῦ τους Εἶναι.

           Καὶ γιατὶ ἔτσι, ἡ παλιά κραυγή τοῦ Αἴαντα στὸν Ἀπόλλωνα, «ἐν δὲ φάει καὶ ὄλεσον» (ρίξε τό φῶς Σου ὁλόγυρά μου πρῶτα κ’ ὕστερα θανάτωσέ με), παίρνει σήμερα γιὰ τὸν καθένα μας ἀνυπολόγιστα μεγάλες ἐσωτερικές, πνευματικὲς καὶ ἠθικές διαστάσεις.

          Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατό βεβαιότατα ν’ ἀναδυθεῖ ἀπ’ τὸ Τίποτε, ἢ νὰ κατέβει ἀπό μιά στιγμή στήν ἄλλη ἀνάμεσά μας, ὡσὰν ἕνας ἀπὸ μηχανῆς Θεός. Ποτέ, λέει μιὰ ἀπόκρυφη γραφή, ὁ ἥλιος δὲ θ’ ἀνάτελλε ἔτσι φαινομενικά πηγαία κι’ ἀβίαστα μπροστά μας, ἂν κρυφὰ δὲν τὸν βοηθούσανε χιλιάδες πνεύματα μοχθώντας, γιὰ ν’ ἀνέβει κάθε αὐγὴ ἀπάνω ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα τῆς γῆς.

       Γιὰ τὴν ἀνατολή λοιπόν μιᾶς τέτιας σφαιρικὰ ἀποκαλυπτικῆς Ἀρχῆς, καθώς αὐτή πού προεῖπα, ἀπό τά βάθη τῆς ὑπεύθυνης Ἑλληνικῆς συνείδησής μας σήμερα, χρειάζεται ὄχι μόνο ἡ οὐσιαστικὴ ἐπίγνωση τῆς γύρα μας Ἱστορικῆς Πραγματικότητας, ὄχι μονάχα ὁ προκαταρκτικός μας μόχθος γιὰ ν’ ἀνέβουμε μὲ ἑτοιμασμένη τὴν ψυχή μας ὣς σ’ αὐτή, ἀλλὰ καὶ ἡ δύναμη τοῦ Παραδείγματος κ' ἡ ἀκριβοδίκαιη ἐκτίμηση ὅλων ἀνεξαίρεται τῶν παραγόντων ποὺ μὲ τὴ συμβολή τους θὰ νὰ συντελούσανε στο πλήρωμα τῆς ἀκτινοβολίας της κι’ ὁλοκλήρωσης βαθιά μας.

           Κι’ ἀσφαλῶς αὐτὴ τὴν ὥρα, τὸ πλησιέστερο, ὅσο καὶ πυκνότερο Ἑλληνικό Παράδειγμα, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρει ἡ πρόσφατη ἐθνική μας Ιστορία, στὸν ἀγῶνα τῆς κατάκτησης ἢ ἀνακατάκτησης ἐτούτης τῆς ὑπέρτατα συνθετικῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχῆς, δικαιούμαστε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι δὲν εἶν’ ἄλλο, ἀπό τό στιβαρό Παράδειγμα, ποὺ μὲ συστηματική κι’ ἀδιάπτωτη προσπάθεια, ἀπ’ τὰ πρῶτα του τὰ χρόνια κι ὣς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ἀγωνίστηκε νὰ ὑψώσει ἀντίκρυ στὴν Ελλάδα, προπονώντας μέρα-νύχτα τὸν καλύτερο καὶ ἁγνότερο ἑαυτό του, ἀκριβῶς ὁ Ἴων Δραγούμης.

           Περιττό θεωρῶ ὡστόσο νὰ τονίσω πὼς στὸ ἄρθρο αὐτό, πού ἀποτελεῖ μιὰ φτωχική μονάχα κι’ ἀναγκαστικὰ ἐλλειπτική μου ἀπάντηση στὴν πρόσκληση τῆς «Νέας Ἐστίας», δὲ θὰ μοῦ εἶταν βέβαια δυνατὸ νὰ διαγράψω σ’ ὅλα τὰ ἐξελικτικά της στάδια τὴν ὑπέροχη ἐτούτη Ἑλληνική Μορφή, καθὼς αὐτὴ ἀγάλι ἀγάλι ἀναπτύχθη, ὀργανικὰ συγχρόνως καὶ μεθοδικά, ἀπό τό κύτταρο, κι’ ὡς μὲ τὴν ὥρα, ποὺ ἐνῶ ἀκόμα ἀνηφοροῦσε πρὸς τὶς σφαῖρες τῆς ἀνώτερης προσωπικότητας, ὁ Θάνατος μᾶς τὴν καθιέρωσε στὴν ὑψηλότερη μαζὶ καὶ ἁγνότερη στιγμὴ τῆς Σύνθεσής της, φωτισμένη ἀπὸ τὸ χαμόγελο, ποὺ στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰώνιας Τέχνης ἔχουνε οἱ νεκροί στὰ ἐπιτύμβια ἀττικὰ ἀνάγλυφα, καὶ στὴν ὠμὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα οἱ καθάριοι ἥρωες καὶ οἱ Μάρτυρες καθώς αὐτός. Τὸ διάγραμμα ἄλλωστε αὐτὸ τὸ δώσανε ἄλλοι στὴν ἐντέλεια καὶ σηκώνοντας ὁλόκληρη τὴ σχετικὴν εὐθύνη, ἀπ’ τὴν μιὰ μεριὰ ὁ Κλέων Παράσχος, ποὺ μὲ καθαρή θρησκευτική θερμότητα καὶ μὲ ὅλα ἀπόλυτα τὰ ἐφόδια ποὺ χρειάζονται γιὰ τὸ σκοπὸν αὐτό, ἐσήκωσεν ἐτούτη τὴ Μορφή στὸ αὐθεντικό κι’ ἀντάξιο ἱστοριστικό καὶ κριτικό της βάθρο, κι’ ἀπ’ τὴν ἄλλη ἡ θαυμαστή συναισθηματική λιτότητα, μὲ τὴν ὁποία κάθε φορά ὁ Φίλιππος Δραγούμης παρακολουθεῖ καὶ προλογίζει τὰ ἔργα τοῦ ἀδελφοῦ του.

          Ἡ φτωχική λοιπόν προσωπική μου συμβολὴ τὴν ὥρα τούτη, ὑποχρεωτικά εἶν’ ἄλλη. Στερεωμένη ὡστόσο ἀκριβῶς σὲ μιά μου πρόσφατη καὶ σύντονη ἀνασκόπηση τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ συγχρόνως ἔργου τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, τοῦ βιβλίου τοῦ Κλέωνα Παράσχου καὶ τῶν Προλεγόμενων τοῦ Φίλιππου, πλησιέστερη ἴσως στὴ συνθετικὴν ὑφὴ τῆς ἴδιας μου διανόησης, συμπίπτει πιότερο μὲ τὴν ἰδέα μιᾶς «ἐξ ἐπαγωγῆς» προέκτασης τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς Μορφῆς, ἀπ’ τὰ ἐντονώτερα σημεῖα τῆς βίωσής της κι’ ἀπ’ τά κυριότερα τῆς ἴδιας συμπεράσματα, ὣς μέ τό ἐπίπεδο τῆς σύγχρονης ἱστορικῆς μας προβληματικότητας, μέσα στὸ ὁποῖο, ὅπως πιστεύω, ἡ ἀγωνιστική αὐτή Μορφή, πνευματικά προεκτεινόμενη, δικαιοῦται σήμερα νὰ βρεῖ, σιμά στὴν τέλεια πιὰ καὶ πλέρια ἰσόρροπη Ἔκφρασή της, τὴν οὐσιαστική, γιὰ τὴν ὁποία καὶ τὴν ἐπικαλούμεθα συνειδητά ἢ ὑποσυνείδητα τὴν ὥρα τούτη, ἠθική της καὶ ἐθνικὴν ἀποστολή.

        Δύο εἶναι κατ’ ἀρχὴ λοιπόν τὰ καιριότερα σημεῖα, ποὺ ξεδιάλεξα μέσα σ’ ὁλόκληρη τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ὡς σημεῖα ὑποστήριξης, γιὰ νὰ προβῶ κατόπι ἀπ’ τὴν ἐξέτασή τους στὴν προέκταση πού προεῖπα, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη μου πὼς τὰ σημεῖα ἐτοῦτα συνοψίζουνε τὰ οὐσιώδη στάδια τοῦ συνολικοῦ ἀγώνα του καὶ τῆς συνολικῆς προσωπικῆς ἐξέλιξής του:

         τὸ ἕνα, ποὺ ἀφορᾶ μιά μακρυνή περίοδο ψυχολογικῶν του κ’ ιδεολογικῶν ζυμώσεων καὶ πραγματολογικῶν ἀναζητήσεων, καθώς αὐτὲς ἐκφράζονται ἱκανὰ στὸν τόμο «Ὁ Ἑλληνισμός μου κ’ οἱ Ελληνες» καὶ «Ἑλληνικός Πολιτισμός», καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὴ ζωντανὴν εἰκόνα μιᾶς ἀκοίμητης προσπάθειας, στὴν ὁποίαν ὑπέβαλε ἐπί χρόνια τὸν ἑαυτό του, γιὰ ν’ ἀφομοιώσει μέ μιάν ἄμεση ἐπαφή, «φυσιολογικά», ὅπως λέει κατά τὴ διατύπωση τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου, ὅλα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὰ προβλήματα καὶ τὰ γνωρίσματα τοῦ σύγκαιρού του Ἑλληνισμοῦ, ὥστε νὰ φτάσει κάποτε, ὅπως ἔλπιζεν ὁ ἴδιος, σὲ μιὰ πλήρη κι’ «ἀδιανόητη» τέλος σύνθεση καὶ ἐνσάρκωσή τους

         καὶ τὸ δεύτερο, ποὺ τὸ χωρίζουν πέντε χρόνια ἔπειτα ἀπ’ τό γράψιμο τοῦ «Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ», ὅπου, στὸ Παράρτημα τοῦ τελευταίου βιβλίου του «Σταμάτημα», μὲ τίτλο «Ἡ Γνώση μου», μᾶς ξεσκεπάζεται σ’ ἕναν ἀσύγκριτα βαθύτερο ἀπ’ τοὺς προηγούμενους συνθετικό πνευματικό του ἀγῶνα, νὰ μπορέσει μὲ μιὰν ἄμεση ἐνδοσκόπηση νά ἀνακαλύψει μέσα του καὶ νὰ προσδιορίσει κάποια ἀνόθευτα ἐσωτερικά κριτήρια, χάρη στὰ ὁποῖα ἡ γενική του στάση μπρός στὰ πράγματα νὰ πάρει κάποιο χαρακτῆρα πάλης ἐναντίον τοῦ ντετερμινισμοῦ τοῦ ἀμέσου περιβάλλοντος, καὶ ποὺ νὰ τείνει ὁλόκληρη κάθε φορά πρὸς κάτι γνησιότερα, καθολικότερα κι ἀρτιότερα δημιουργικό.

         Καὶ θέλω ἀπόλυτα νὰ πῶ, προσδιορίζοντας ἐτοῦτα τὰ σημεῖα ὡς σημεῖα ὑποστήριξης γιὰ τὴν προέκταση πού ἔχω ὑποσχεθεῖ, πώς ἂν τὸ πρῶτο, ὡσὰν στάδιο, καθώς εἶπα, ψυχολογικῶν του κ’ ἰδεολογικῶν ζυμώσεων καὶ πραγματολογικῶν ἀναζητήσεων, κάνει τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸν φέρνει πλησιέστερα πρὸς τὸν ἀκρότατο σκοπό τῆς ζωῆς του καὶ τῆς σκέψης του, ὁποὺ ἦταν νὰ ταυτίσει καὶ τὴν ὕπαρξη καί τή συνείδησή του μὲ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ συνείδηση ὁλόκληρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά, στὴ βαθύτερη πραγματικότητα, αὐτὸ ὁποὺ τὸν πλησιάζει, ἀνεπίγνωστά του ἴσως, στὴν ἀνόθευτη, ἀδούλωτη καὶ διαιώνια ἀκριβῶς οὐσία καὶ πηγὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἀναντίρρητα τὸ δεύτερο σημεῖο, στὸ ὁποῖο ἡ Μέθοδός του, τολμηρά ἀντιστρεφόμενη ἀπὸ τὴν πρώτη ἀνήσυχη κεντρόφυγα ἀναζήτησή του, ἀγωνιώνταν τώρα νὰ γνωρίσει, μέσῳ μιᾶς ὑπεύθυνης συνθετικῆς αὐτογνωσίας, ὄχι τὸ πρόβλημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μέ τά γνωρίσματα αὐτοῦ ἢ τοῦ ἄλλου σχετικοῦ Ἱστορισμοῦ του, ἀλλὰ καθολικά το πρόβλημα τοῦ ὑπεύθυνου δημιουργικοῦ Ἀνθρώπου, ποὺ δὲν παύει –ἀπεναντίας– νὰ εἶναι καὶ Ἕλληνας, καὶ πού γι’ αὐτό ἀκριβῶς, καλύτερα, εἶν’ αὐτὸς οὗτος ὁ «Ἕλληνας», στὴ διαιώνια ἐθνικὴ καὶ ἱστορικὴν ἀποστολή του, περσότερο καὶ θετικότερα παρά ποτέ. 

        Κι’ αὐτό, ἁπλούστατα, γιατί ἡ πρωταρχική καταβολὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, στὴ γενικὴν ὀργανικὴν οἰκονομία τῆς Ἱστορίας ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ἀπό τό πρῶτο λυκαυγὲς τῶν αἰώνων εἶταν καὶ εἶναι, ὄχι ἐτούτη ἢ ἐκείνη, δευτερόγεννη καὶ ἐξαρτημένη ἀπὸ ἔνστικτα ἢ δόγματα, πολιτικὴ καὶ ἱστορική Ἀρχή (οἰκονομική, στρατιωτική κ.τ.λ.), ὅπως εἶταν καὶ δὲν παύει νά εἶναι ὣς σήμερα τὸ Jus Quiritium γιὰ τὴ Ρώμη, οἱ νόμοι τοῦ Μανού γιά τούς Ἰνδούς, οἱ νόμοι τοῦ Μωϋσέα γιά τούς Ἐβραίους, τὸ Doom’s Day Book τῶν Νορμανδῶν βαρώνων γιὰ τοὺς Ἀγγλοσάξωνες, κ.τ.λ. κ.τ.λ., ἀλλ’ ἡ φωτεινὴ καὶ θεμελιώδης τοποθέτηση τοῦ κεντρικοῦ ἀξιώματος ὁλόκληρης τῆς Ἀνθρωπολογίας, καὶ ποὺ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ αἴτημα τῆς καθαρῆς ἀνθρώπινης αὐτογνωσίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ ἔχει ἀπορρεύσει προαιώνια γενικά γιά τήν Ἑλλάδα, κι’ ὅσους δέχτηκαν ὡς μέτρο ἱστορικῆς ἀξιολόγησης τοῦ κόσμου τὴν Ἑλλάδα, μιά ἀνάλογη πολιτική θεώρηση τοῦ κόσμου, μιὰ ἀνάλογη φιλοσοφία, μιὰ ἀνάλογη αἰσθητική δημιουργία, μ’ ἄλλα λόγια μιά ἀνάλογη παιδεία, ἕνας ἀνάλογος Πολιτισμός καὶ μιά ἀνάλογη καθολική ἀποστολή.

           Ὅσο λοιπόν κι’ ἂν στοχαστοῦμε πὼς τὸ πρῶτο ἐκεῖνο στάδιο πού προεῖπα, τῆς Ἑλληνικῆς Θητείας τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, τοῦ χρησίμεψε σὰν ἀναλυτική προετοιμασία καὶ προπόνηση στὸ στιβαρό συνθετικό σκοπὸ ποὺ ἀποτελοῦσε τὴ βαθύτερη ἐπιδίωξή του, δὲν μποροῦμε ὡστόσο διόλου ν’ ἀρνηθοῦμε, πώς μέ τό νὰ βρίσκεται μακριά ἀκόμα τότε ἀπό τή θεμελιώδη ἐκείνη Ἑλληνικὴν Ἀρχή, ποὺ στὴν ἀπειροσύνθετην ἁπλότητά της θάταν ἱκανὴ νὰ ρίξει φῶς πρὸς ὅλες τίς διευθύνσεις τῶν ἀναζητήσεων καὶ προσπαθειῶν του, τόσο πρὸς τὰ μέσα, ὅσο καὶ πρὸς τὰ ἔξω τοῦ ἑαυτοῦ του – δὲν μποροῦμε, λέω, νὰ ἀρνηθοῦμε, πὼς ἡ πρώτη του ἐκείνη Ἑλληνική Θητεία περιτριγυρίζονταν ἀπὸ στοιχεῖα, ποὺ ὅσο ἀπὸ μιὰν ὄψη κι’ ἂν φαινόντανε σὰν παρορμητικά γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ φωτεινοῦ σκοποῦ του, ὅμως κατά βάθος τόν ἀπομακρύνανε καὶ τὸν ἀργοποροῦσαν ἀπὸ τὴν αὐθεντική κατάκτηση τοῦ στίβου τοῦ ἀκέριου τοῦ Ἑλληνικοῦ αὐτοφωτισμοῦ. Καὶ τέτοια, καθὼς τὸ πιστεύω σήμερα, στοιχεῖα, ἐκτὸς βέβαια ἀπ’ τὸ γεγονός, ὅτι τὰ ἴδια τότε ἐθνικὰ προβλήματά μας, σε συνύφανση μὲ τ’ ἄλλα γενικότερα προβλήματα τοῦ κόσμου, βρίσκονταν ἀκόμα τυλιγμένα σὲ ἕνα κάπως ἀδιαπέραστο νεφέλωμα (ποὺ μονάχα ἡ ὁλοένα ἐγκυμονοῦσα ἀπό τά ἴδια αὐτά προβλήματα Ἱστορία ἐκαλοῦνταν βαθμιαία νὰ ξαστερώσει), ἐκτός, λέω, ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονός, θεωρῶ ἀκόμα ὡς τέτοια ἐξώκεντρα στοιχεῖα καὶ τὸ ζωντανό, ἀλλὰ μαζὶ καὶ τόσο ἁπλοϊκό ἐκεῖνο τότε κήρυγμα τοῦ Περικλή Γιαννόπουλου, κατά τὸ ὁποῖο ὁ Ἕλληνας δὲν εἶναι παρὰ ἕνα «φυσιολογικό» φαινόμενο, βγαλμένο ἀπὸ τὴ γῆ κι’ ἀπό τή φύση τῆς Ἑλλάδας καθὼς ἡ ἴδια βλάστησή της (καὶ ποὺ εἶν’ ὅμοιο σά νά κήρυττε ποὺ ἡ κούνια φτάνει μόνη της νά κάμει τό παιδί), θεωρῶ ἀκόμα τὸν ἐθνικισμό de cloitre ποὺ διαλαλοῦσε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Maurice Barrès, θεωρῶ ἀκόμα τὸ διάχυτο σὲ κεῖνες τὶς ἡμέρες μας νιτσεϊσμό, πού ἀφοῦ προεκτείνονταν στὴ φαντασία τῶν νεοφώτιστων σὲ ἡρωϊκά, ἀλλά καί βαθύτερα ἰδωμένα, καθαρὰ ρωμαντικά ὁράματα, ἐξαναγύριζε στὴν ἴδια ἐκείνη φαντασία ὡς ἕνα κήρυγμα ἀναρρίπισης τοῦ ἀτομικοῦ καὶ τοῦ στενά βιολογικοῦ ἐγώ μας, θεωρῶ ἀκόμα τά βιβλία τοῦ Gobineau, καὶ γενικά θεωρῶ ὅλη ἀνεξαίρετα τὴ φιλοσοφική, ἐπιστημονικὴ καὶ φιλολογικὴν ἀτμόσφαιρα ἐκείνης τῆς περίγυρα στιγμῆς, ποὺ αὐτή ἡ ἴδια ὣς σήμερα ἀντιπροσωπεύει κάποια μεταβατική πνευματική περίοδο ποὺ δημιουργοῦσε σὲ ὅλους σχεδόν τότε, καὶ μὲς σὲ ὅλα τὰ πεδία τῆς σκέψης καὶ τῆς δράσης, μιά ἐπιπόλαιη σύγχιση, ἀνάμεσα ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν ἀνθρώπινων Ἀξιῶν.

       Καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτό ἀκριβῶς θαυμάζω ἀκόμα περισσότερο τὸ σιωπηλόν αὐτὸν ἀγῶνα τοῦ Δραγούμη στὸ νὰ ξεπεράσει ἢ νὰ συνθέσει ἂν εἶταν δυνατό, μὲ μιὰν ἀκρότατη προσωπική προσπάθεια, ὅλα τοῦτα τὰ παρείσακτα κριτήρια ποὺ μοιάζουν νὰ συγκλίνουν μέ τίς ἴδιες του ἐθνικὲς ἐπιδιώξεις (κι’ ἂν ἀκόμα στη στερνή του αὐτὴ ποὺ ἀνάφερα μελέτη, αὐτὰ τὰ ἴδια ἐξακολουθοῦνε ν’ ἀκουμπᾶνε ὀδυνηρὰ στὴν ὕπαρξή του μέ τή σκιά τους), γιὰ νὰ φτάσει, ὅπως ξανάπα σὲ πρωτύτερες γραμμές μου, μέσω μιᾶς ὑπεύθυνής του αὐτογνωσίας, στὴν αὐτόνομη ἀποτίμηση τοῦ ἴδιου τοῦ δημιουργικοῦ προορισμοῦ. Καὶ λέω ἀκόμα, πὼς ἐτοῦτος του ὁ ἀγώνας, χάρη στὸν ὁποῖο ἔτεινε νὰ διαπιστώσει πὼς ἡ εὐθύνη τῆς αὐτογνωσίας μπορεῖ νὰ σπάσει τέλος τὰ στενά καί ἀσφυκτικά ἐκεῖνα ὅρια μές στὰ ὁποῖα οἱ τελευταῖοι ἰδιαίτατα καιροὶ τὴν περιορίζανε, ἀρνούμενοι ὣς μὲ χτές τὴν κοσμογονικὴν ἀξία τῆς ἐλεύθερης δημιουργικῆς προσωπικότητας, καὶ ν’ ἀναλάβει κάποια πλήρη καὶ σαφῆ δημιουργικὴν ἀποστολή, ἀρκεῖ καὶ μόνος του νὰ δώσει, ὡς διατείνομαι, τὸ μέτρο τῆς ἀνόθευτης καὶ τῆς αὐθεντικῆς ἑλληνικότητάς του. Γιατὶ ἁπλούστατα αὐτὴ ἡ λησμονημένη κ’ ἐντελῶς ἀμελημένη ἀπὸ τὰ χρόνια μας Ἱερή Ἀλήθεια, πώς ἡ γνώση δὲν ἀνταποκρίνεται σὲ μιὰ ὁποιαδήποτε θεωρητική, ἀφηρημένη ἢ ἐξωτερική κατάκτηση, ἀλλ’ εἶνε κάτι ἐκτυλισσόμενο καὶ συμπληρούμενο βιολογικὰ ἀπὸ τὴν ἴδια ζωντανή προσωπικότητα, ποὺ βαθμιαῖα μπορεῖ νὰ πάρει μές στὴ σφαίρα τοῦ Ἀνθρωπίνου κοσμογονικὲς καὶ ἀνυπολόγιστες διαστάσεις, εἶν’ ἡ ἴδια ἐκείνη Ἀλήθεια, ποὺ ἀποτέλεσε προαιώνια τὸ μελούδι [ΣτΕ: το μεδούλι στο Λευκαδίτικο ιδίωμα] καὶ τὸ νεῦρο καὶ τῆς σκέψης καὶ τῆς δράσης τῶν ἀνώτατων Ἑλλήνων στοχαστῶν καὶ δημιουργῶν. Ἄλλο τό ζήτημα, ἂν ἐτούτη τὴν Ἀλήθεια δὲν τὴ διατύπωσε ὁ Δραγούμης μὲ τὴν ἄμεση πνευματικὴν ἐνάργεια, μέ τήν ὁποία τὴ διατύπωσαν στὰ χρόνια τους αὐτοί.

         Ἀλλὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἦρθε ὥρα, ποὺ ὁ Δραγούμης, ἀποστρέφοντας γιὰ μιὰ στιγμὴ τὰ μάτια του ἀπ’ τὴν ἐποχή του κι’ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔξω, ἀποφάσισε νὰ ἐξετάσει ὁλόκληρο τὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξής του σὰν Ἀνθρώπου κι’ ὅλα της τὰ δεδομένα, μὲ τὴν ἔντονη προσπάθεια μιᾶς ἐνόρασης ἀπόλυτα προσωπικῆς· τὸ γεγονὸς πώς αναγνώρισε ὁλοκάθαρα, ὅτι τὸ πρόβλημα αὐτὸ δὲν ἐπιλύεται καθὼς ἐπιλύεται μιὰ οἱαδήποτε ἀριθμητικὴ ἐξίσωση, ἢ καθώς λύεται ἕνα θέμα φυσικῆς, ἀλλ’ ὅτι ἀντίθετα τὸ πρόβλημα αὐτό, γιά νάχει πάρει, πρὶν ἀπ’ ὅλα, κάποια νόμιμη καὶ πλήρη φυσιογνωμία τοῦ ἑαυτοῦ του, ὀφείλει πρῶτα νὰ κινήσει μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο ψυχικό του κέντρο, νὰ περάσει ἀπ’ ὅλες τὶς ἀνθρώπινές του φάσεις καὶ μονάχα τότε ἴσως ν’ ἀνθίσει σὲ μιᾶς πλέριας του ὁλοκλήρωσης καὶ ἐπίλυσης μορφή τὸ γεγονός, ὅτι ἀρνούντανε νὰ κατακτήσει ἕνα Θεὸ ἐξωτερικό, ἀλλ’ ἐδοκίμαζε τὸ θεῖο κι’ ἀγωνιζότανε νά τό μετουσιώσει ὡς καθαρὸ στοιχεῖο τῆς πείρας του μέσα στὸν ἴδιο του ὑπεύθυνο ἑαυτό ὅλα τοῦτα, λέω, εἶν’ ἱκανὰ νὰ δείξουν πὼς βρισκόταν πλέον, τόσο ἀπὸ βαθειάν ὀργανική συγγένεια του, ὅσο κι' ἀπό πλήθια ἀτομικήν ὑπεύθυνη ἄσκησή του, ἐξαιρετικά σιμά στὸ μονοπάτι ἐκείνων τῶν Ἑλλήνων, ὅπου νιώθοντας μιὰ σπίθα ἀληθινοῦ Θεοῦ βαθιά τους, τοῦ Θεοῦ τῶν δημιουργῶν, δὲ σταματήσανε ποτέ νὰ τὴν ἀναρριπίζουν νύχτα-μέρα, ἑωσότου ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀναρρίπιση βαθιά τους, τελικά, νὰ ξεπετιόταν ὁ κρυμμένος μὲς στὸν ἴδιο ἑαυτό τους, ὑπερφυσικός, πρωτόγονος, κι’ οὐσιαστικὰ ἐξουσιαστής δημιουργός.

      Καὶ ἀκριβῶς, οἱ τελευταῖες γραμμές τοῦ Ἴωνα Δραγούμη στὴ μελέτη ποὺ προανάφερα: «σμίγουνε μέσα μου ἡ σκλαβιὰ κ’ ἡ ἐλευθερία δημιουργῶ τὸν κόσμο μου ἐλεύθερα, ὅπως μπορῶ», ἀποκαλύπτουν τώρα πόσο, μὲ τὴν ἐνδοσκόπησην αὐτή του, εἶχε ὁ ἴδιος χωρὶς ἄλλο ἀγγίξει τὴ στιγμὴ ὅπου θἄσπαζε ἐπιτέλους τὰ δεσμά του, κι’ ὅπου, ἔχοντας κερδίσει σιωπηλά καὶ ὀργανικά τὸ ἀληθινὸ ἐσωτερικὸν ἀνάστημά του, ἑτοιμαζότανε νὰ στήσει τώρα πλέον τὸν ἑαυτό του μὲς στὸ στίβο τῆς Ἑλληνικῆς καὶ πανανθρώπινης μαζί πραγματικότητας, ἀνεπιφύλακτα, ἀποφασιστικά, δημιουργικά.

       Τὸ πόσο, ὡστόσο, ἡ τελευταία αὐτή ἐντατική του ἐσωτερίκευση τὸν ἐβοήθησε, λίγο ἔπειτα ἀπό τούτη, νὰ προβάλει φωτεινά τὸν ἑαυτό του στὸ πεδίο τῆς γύρωθέ του ζωντανῆς πραγματικότητας, ἐτοῦτο πιὰ διαπιστώνεται ὄχι πλέον ἀπό μιά συγγραφική του, ὅπως συνήθως, ἔκφραση τῶν πιὸ ἰσχυρῶν ἀγωνιῶν καὶ βιώσεών του, ἀλλ’ ἀπευθείας μὲ τὸν τρόπο καὶ τὸ πνεῦμα ποὺ προσβλέπει στὸ ὀλίγο τότε διάστημα τῆς ἐνεργοῦ του ἀνάμιξης στὰ πράγματα) τὰ γενικότερα πολιτικά καί ἱστορικὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, σὲ συνδυασμό μ’ αὐτὰ τὰ ἴδια αὐτῆς τῆς ὥρας ἐθνικὰ προβλήματά μας. Κι’ αὐτό, βέβαια, ὄχι μόνο γιατί τότε (1919-1920) τὸ πνεῦμα γενικά τῆς Ἱστορίας εἶχε ἀρχίσει νὰ διαγράφει καθαρὰ τὶς προσπάθειές του, νὰ σχεδιάζει καὶ νὰ χρωματίζει τοὺς ἀπώτερους σκοπούς του ζωηρότατα παντοῦ, ἀλλὰ καὶ σύγχρονα γιατί, χάρη σὲ κείνη τὴν ἐσώτερη ἀκριβῶς ὁποὔχε μόνος του κερδίσει καὶ ἀποκτήσει σκοπιά, ἡ προοπτική ματιά του ἄρχιζε πλέον ν’ ἀγκαλιάζει, ἀπὸ τὴν ἴδια φωτεινή της σταθερότητα, ὁρίζοντες κατά πολύ πλατύτερους ἀπ’ τοὺς ὁρίζοντες ποὺ ἀγκάλιαζε ὀλίγα χρόνια πρίν. Περίπτωση ποὺ ἀξίζει ἐδῶ νὰ τὸ τονίσουμε ίδιαίτερα, ἐνάντια πρός τά δόγματα ὁποιουδήποτε τυχόν πολιτικοῦ ἐμπειρισμοῦ, πώς καὶ στὶς σφαῖρες τῆς πολιτικῆς μιὰ ἀληθινὴ κι’ οὐσιαστικά δημιουργική προοπτική δὲν προσκολλᾶται ποτέ ὁλόκληρη ἀπευθείας ἢ μὲ τούτους ἢ μὲ κείνους τοὺς σκοπούς, ἀλλὰ διαμένει γιὰ καιρό ἀποτραβηγμένη μὲς στὸ χῶρο τῆς ἁγνῆς θεώρησης τῶν καθαρά δημιουργικῶν ἱστορικῶν κινήτρων, πρὶν ἡ ἴδια σπεύσει νὰ ἐξωτερικεύσει ὁποιοδήποτε ἄμεσο πολιτικό σκοπό. Ἀποτέλεσμα καὶ τοῦτο ὄχι ὁποιουδήποτε καὶ ὁσοδήποτε εὔστροφου ἢ βίαιου καιροσκοπισμοῦ κ’ ἐμπειρισμοῦ, ἀλλὰ τοποθέτησης ὀργανικότερης καὶ συμφωνότερης πρὸς τὰ βαθειὰ καὶ τὰ διαρκέστερα δημιουργικά συμφέροντα ἑνὸς ἔθνους, ἑνὸς τόπου, ἑνὸς λαοῦ.

         Καί νά γιατί ἀκριβῶς οἱ ἱστορικοὶ ἐκεῖνοι ὁρίζοντες ποὺ προεῖπα, τοὺς ὁποίους εἶχε ἀρχίσει ν’ ἀγκαλιάζει ἀπ’ τὴ στιγμὴν αὐτή καὶ πέρα ἡ καθαρή προοπτική πολιτική ματιά τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, οὐσιαστικὰ συμπέφτουνε μὲ τοὺς διαιώνιους ὁρίζοντες μιᾶς Πανελλήνιας ἐθνικῆς καὶ διεθνικῆς πολιτικῆς. Καὶ λέω αὐτὸ τὸ «Πανελλήνιας», γιὰ νὰ διαστείλω ἀκριβῶς τή διαιώνιας σημασίας Ἑλληνική πολιτική, ἀπό τήν ὁποίαν ἐπροηγήθη πάντα μιὰ ὑπέρτατα αὐτογνωστική καὶ σύγχρονα παγκοσμικά συνθετική Ἐποπτεία καὶ Σκέψη (καθώς εἴτανε ἡ προαιώνια πολιτική Ἐποπτεία καὶ Σκέψη ὅλων τῶν μεγάλων Προσωκρατικῶν, Θαλῆ, Ἀναξίμανδρου, Ἀναξαγόρα, Παρμενίδη, Ἠράκλειτου, Ἐμπεδοκλῆ), ἀπὸ τὸν ἀγνωστικό κι’ οὐσιαστικὰ ἀστόχαστο πολιτικὸν ἐμπειρισμό καὶ καιροσκοπισμό ὅλων τῶν Ἄστεων, τῶν μικροτυραννιῶν, μικρομοναρχιῶν καὶ μικροδημοκρατιῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν στὴν Ἑλλάδα ἐνάντια μὲ ὅσα ἴσαμε χτές ἐδιδασκόντανε ἀπ’ τὶς ἕδρες τῶν Ἱστορικῶν Σχολῶν ὅλου τοῦ κόσμου), τὴν πολιτικὴν ἀρχὴ τῆς ἀποσύνθεσης καὶ διάσπασης τοῦ καθαρά κι’ οὐσιαστικά δημιουργικοῦ Ἱστορικοῦ Ἑλληνισμοῦ.

        Ἔτσι θἄλεγε κανείς πώς μὲ μιὰ τέτοια προσωκρατική ἐσωτερική κ’ ἱστορικὴ ἐποπτεία καὶ σκέψη, ὁ Ἀνατολισμός τοῦ Ἴωνα Δραγούμη ἔπαιρνε ξάφνου στὴν ψυχή του τὶς βαθειὲς καὶ μεγαλόπρεπες διαστάσεις, ποὺ εἶχε πάρει σὲ πανάρχαιες ἐποχὲς μὲ τὸν Ἡράκλειτο, ὅταν, κάτου ἀπ’ τὴν ὁδηγήτρια λάμψη τοῦ τεράστιου στοχασμοῦ του, ἐκεῖνος ἔκτοτε ἐφαντάσθη μιάν Ὑπερ-ελληνικήν Ὀργάνωση, ποὺ χάρη ἀκριβῶς στὴ διαρκῆ, ἐνεργὸ κι ἀνόθευτη ἡγεσία ἑνὸς πνεύματος ἀνώτατα ἐποπτειακοῦ, θὰ νὰ κατόρθωνε στὸ τέλος νὰ γκρεμίσει ἀνάμεσα Ἑλλήνων καὶ Βαρβάρων ὅλους τοὺς πλαστούς, συμβατικούς, καὶ γενικά διαιρετικοὺς πολιτικούς φραγμούς.

        Σὲ τρόπο ποὺ ὅταν τὴ στιγμὴν αὐτή κανένας ἀντικρύζει τὶς στερνές πολιτικές ἀπόψεις τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐζητοῦσεν ἐναγώνια, ὅπως λέει, νὰ συμβιβάσει καὶ νὰ βρεῖ τὸν ἑνιαῖο Ρυθμό τοῦ Ἐθνικισμοῦ, τοῦ Σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ Ἀνατολισμοῦ, αἰσθάνεται τὸν πειρασμὸ νὰ ἐπαναλάβει γιὰ λογαριασμό του ἐκεῖνα πὄγραφε γιὰ τὸν Ἡράκλειτο, στὸ θαυμαστό του γιὰ τοὺς Προσωκρατικούς βιβλίο, ὁ πολὺς ἑλληνιστής καὶ στοχαστής Γκομπέρτς: Μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ· εἶταν συντηρητικός, γιατί μὲς σ’  ὅλες τὶς ἀρνήσεις διέκρινε τὸ θετικό στοιχεῖο· εἶταν ριζοσπάστης, γιατί μέσα σ’ ὅλες τὶς βεβαιώσεις ἀνακάλυπτε τὴν ἄρνηση. Ἀλλά μέσα σ’ ὅλα –κι’ ἀκριβῶς ὅπως ἐκεῖνος– ἀνακάλυπτε ὁλοένα καθαρότερα τόν αἰώνιο καὶ παγκόσμιο Λόγο, Λόγο καθαρά δημιουργικό, ποὺ μὲς στοὺς κόλπους του ἀγκαλιάζει πάντα τὸ αἴτημα τῆς «Κρύφιας Ἁρμονίας», καὶ ποὺ κάτου ἀπ’ τήν τεράστιαν ἐντολή του ὅλες οἱ συμβατικές μέσα στὸν κόσμο ἀντιθέσεις καὶ διαιρέσεις εἶν’ ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσονται ὑπεύθυνα ἀπ’ τοὺς γνήσιους Δημιουργούς στὸ φωτισμὸ καὶ τὴν ἀνύψωση τοῦ «Ὑπέρτατα Κοινοῦ».

        Αὐτὴ εἶναι, ὅπως πιστεύω (κάνοντας ἀφαίρεση ἀπό ὁρισμένη ἴσως ὥρα συμπτωματικοῦ πολιτικοῦ συσκοτισμοῦ του, ποὺ δὲν εἶναι προορισμός αὐτοῦ μου τοῦ ἄρθρου νὰ τονίσω), ἡ πορεία πρὸς ὁλοκλήρωση τῆς ἐσωτερικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ὣς τήν ὥρα ποὺ ὁ θάνατος τὸν σήκωσε ἔτσι βίαια κι’ ἀνεπάντεχα ἀπ’ ἀνάμεσά μας, καὶ μαζὶ μὲ τούτην, ἡ βαθμιαία διαφώτιση τῆς βασικῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχῆς ἐκείνης, χάρη στὴν ὁποία ὅσοι ὑπεύθυνοι Ἕλληνες νιωθόμαστε καὶ πάντα, ἀλλὰ τὴν ὥρα αὐτή περσότερο ἀπὸ πάντα, ἐνταγμένοι καὶ στὴ ζωὴ συγχρόνως καὶ στὸ ἔθνος μας, «ὡς ἔν τινι φρουρᾷ», καθὼς θἄλεγε ὁ Πλάτων.

          Βεβαιότατα, δὲ θάταν δυνατό νὰ ξέρουμε στὸ μεταξύ, καθώς ὀρθότατα παρατηρεῖ ὁ φίλτατός μου Κλέων Παράσχος, ποιὰ ἀκριβῶς τροχιά θ’ ἀκολουθοῦσεν ἡ ζωὴ τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, ἂν ὁ θάνατος δὲν τὴν ἀνάκοπτε τὴν ὥραν ὅπου εἶτανε πλέον «ἕτοιμη να δώσει τον πιό πλούσιό της καὶ πιὸ μεστό καρπό». Ἀλλ’ ἡ ἀντινομία πού, ὡς ὀρθότατα ἐπίσης γράφει ὁ ἴδιος Κλέων Παράσχος, στὴ ζωή καὶ στὸ ἔργο τοῦ Δραγούμη ἔδινε τὴν πιό μεγάλη ἀξία, ἡ ἀντινομία ἀνάμεσα ἐνέργειας καὶ σκέψης, δὲν πιστεύω, ὅπως πιστεύει ἐκεῖνος, πὼς ἂν ζοῦσε δὲ θὰ νὰ λυνόταν σύντομα σὲ μιὰ συνήχηση βιολογική-πνευματική, ποὺ θὰ νὰ τοὔδινε τὴν πρέπουσαν ἑνότητα, γιὰ νὰ χωρήσει ὁλόκληρος κι’ ἀδιάσπαστος πρὸς τὸ ἑνιαῖο πιὸ δημιουργικό Ἑλληνικό του Χρέος. Καὶ πιστεύω, πὼς ἡ ρήση ποὺ ἀπαντοῦμε δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς μέσα στὸ ἔργο τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, πώς «ἡ βασιλεία του οὐκ ἐστὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἀφορᾶ ὑποσυνείδητα περσότερο, τὴ δυσφορία πού τοῦ δημιουργοῦσε ἡ ἀνυπαρξία, στὶς προηγούμενες ἀπὸ τὴν τελευταία καμπὴ καὶ τῆς ζωῆς του καὶ τῆς γύρα του Ἱστορίας, ὁριζόντων ἱκανῶν γιά νά δεχτοῦνε τὸ μεγάλο πέταγμα τῆς καθαρῆς καὶ ἡρωϊκῆς δημιουργικῆς ψυχῆς του. Ἀπό τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ὁρίζοντες αὐτοὶ θὰ τοῦ προσφέρονταν, κ’ ἡ ἱστορία τῶν ἄμεσα κατόπι ἀπὸ τὸ θάνατό του χρόνων, κοσμογονικὴ κι’ ἀσύγκριτη στὸ σύνολό της, τοῦ προετοίμαζε ἀσφαλῶς ὁλοένα τοὺς ὁρίζοντες αὐτούς, ὄχι μονάχα ἡ concordatio, ἀλλὰ κι’ αὐτή ἀκόμα ἡ ριζική abstractio oppositorum θὰ νὰ συντελοῦνταν μέσα του, γιὰ νὰ χωνέψουν σ’ ἕνα μόνο καθαρό καὶ πλούσιο μέταλλο τή δισυπόστατη ὣς μὲ τότε κι’ ἀγωνιώδη ἐκδήλωση τῆς ὕπαρξής του. Γιατί γενικότερα, ἄν, ὅπως ἄλλωστε τὸ ξέρει καὶ γιὰ μὲ τὸν ἴδιο ὁ φίλτατός μου Κλέων Παράσχος, ξέρω, καὶ πρεσβεύω ἀπόλυτα ὅτι μονάχα ἡ ὕπαρξη κ’ ἡ ἐμβάθυνση τῶν πιὸ ἰσχυρῶν ἀντινομιῶν σ’ ἕνα ἄτομο ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση συγχρόνως καὶ τὸ βάθρο, στὸ ὁποῖο προορίζεται μιὰ μέρα μὲ τὶς ἴδιες της δυνάμεις νὰ ὑψωθεῖ ἡ καθαρή δημιουργική προσωπικότητα, ἀλλ’ ἄλλο τόσο εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔρχεται ὥρα κατά τήν ὁποία πόλωση, συνείδηση, ἐσωτερικὸς δημιουργικός ρυθμός, συντίθενται στὸ βάθος τῶν ἀρτίων καὶ τῶν ἁγνῶν δημιουργῶν σέ μιά μονάχα ἠθική, πνευματικὴ καὶ ὀργανικὴν ἀντίσταση, στραμμένη πλέον πλαστουργικά πρὸς τὰ ἔξω, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ κορύφωμα τῆς ἴδιας δύναμής των καί τό αὐτάγγελτο φανέρωμα τῆς πλέριας των κι’ οὐσιαστικῆς δημιουργικῆς ἀποστολῆς. Καί γιά τό λόγο αὐτὸ ἀκριβῶς, νομίζω πως ἀποτελεῖ μιὰ κάποια, καὶ κατὰ τὶς περιστάσεις, εἴτε ἐκ τῶν προτέρων εἴτε ἐκ τῶν ὑστέρων δέσμευση τῶν ἀναρίθμητων δυνατοτήτων πού ὑπάρχουνε κλεισμένες σ’ ἕναν ἄνθρωπο δημιουργικό (ὅταν μάλιστα οἱ δυνατότητες ἐκεῖνες προσδοκᾶνε καὶ ἐκ τῶν ἔξω τίς ἀνάλογες εὐνοϊκές συνθήκες ποὺ χρειάζονται ὡσότου ἀναπτυχθοῦν κ’ ἐκδηλωθοῦνε), ν’ ἀρνηθοῦμε καὶ στὸν Ἴωνα Δραγούμη τὴν πιὸ νόμιμη ποὺ ἔκλεινε ἡ ζωή του δυνατότητα, νὰ φτάσει ἄσφαλτα γιὰ τοῦτον ἡ στιγμή, ὅπου χωρίς νὰ χάσει τίποτε ἀπ’ τὸ βάθος καὶ τὰ ἐφόδια ἑνὸς γνήσιου στοχαστή, ὅμως θάριχνεν ἀπότομα ὁλόκληρο τὸ βάρος τῆς ζωῆς του πρὸς τὸν ἕνα πλέον πόλο, τὸν καὶ γενικὰ ἰσχυρότερο στὴν ὅλη του πορεία κ’ ἰδιοσυγκρασία, τὸν καθαρά πολιτικό.

         Κι’ αὐτὸ ἴσα - ἴσα περιμέναμε ὅλοι τότε, νέοι ἀκόμα, ἀπό τόν Ἴωνα Δραγούμη. Ἕναν πολιτικό, τοῦ ὁποίου ἡ θέληση, συντονισμένη μ’ ἕνα πλούσιο ἀριθμὸ ὑπεύθυνων πνευματικῶν καὶ ψυχικῶν βιώσεων, ἔχοντας ζήσει τὰ προβλήματά του τόσο ἀπ’ τὄνα μέρος μόνη της, ὅσο ἀπό τ’ ἄλλο μέ τή βοήθεια κάποιας πολυψυχικῆς συνεργασίας, καθὼς εἶναι ἡ συνειδητή ἢ ὑποσυνείδητη συνεργασία στὸ πλάϊ τῶν ὑπεύθυνων αὐτοῦ πού λέμε ἔθνος, — θ’ ἀποχτοῦσε τέλος κάποια ζωτική κι’ οὐσιαστικὴ πληρότητα καὶ θάτανε ἔτσι ἕτοιμη νὰ ἐκφράσει φωτεινά τίς πιό βαθειὲς ἀνάγκες καὶ τὰ ἁγνότερα δημιουργικὰ αἰτήματα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου ἔθνους. Καὶ σὲ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἀσφαλῶς καμμιὰ ἄλλη ιδιότητα δὲ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν βοηθήσει τόσο καὶ ἔτσι, ὅσο ἐκείνη ποὺ ὁ Κλέων Παράσχος προσδιορίζει στὸν Δραγούμη ὡς ἰδιότητα ἁγνά ποιητική.

      Γιατί ἁπλούστατα κ’ ἐδῶ, ἀκριβῶς ἐκεῖνο ποὺ συμβαίνει γιά τή γνήσια καὶ μεγάλη Ποίηση, ἡ ὁποία, ὡς καθαρή δημιουργική ἐνέργεια, ὀφείλει νἄναι ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ἐναρμονική, νὰ τείνει δηλαδὴ στὸ νὰ τεθεῖ ἀπὸ συμφώνου ὄχι μόνο μέ μιάν ἄποψη τῆς ποιητικῆς πραγματικότητας, ἀλλά ἀφοῦ συντονιστεῖ μέ μιά ἀπειρία ἀπόψεών της, νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ συντονίσει καὶ τὶς ἀνθιστάμενες ἀπόψεις στὴν Πνοή της, ἀπαράλλαχτα κ’ ἡ ἀληθινὰ δημιουργική Πολιτική δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τόν ἁγνά δημιουργικό καθορισμό καὶ προορισμό της, ἂν πρωτύτερα δὲν πραγματοποιήσει ἕνα ἀνάλογο μέ ὅλες τίς ἀπόψεις τῆς βαθειᾶς ἱστορικῆς πραγματικότητας συντονισμό.

     Ἐτοῦτον ξαναλέω λοιπόν, τὸν ποιητή-πολιτικό, ἐπεριμέναμε ὅλοι τότε ἀπό τὸν Ἴωνα Δραγούμη. Ἡ πρωταρχική ἠθική, πνευματικὴ καὶ ψυχική καταβολὴ τοῦ ἁγνότατου ἐθνισμοῦ του, ἡ ἀκοίμητη ἐσωτερικὴ καλλιέργειά του, ἡ μυστικὴ καὶ σταθερή θερμοκρασία του, ὅλα τοῦτα, ὅπως πιστεύω, ἐγγυούντανε ἱκανὰ γιὰ τὴν προέκταση αὐτὴ τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ προορισμοῦ του. Ἀλλ’ ἂν ὁ βίαιος θάνατος ἀνάκοψε ἔτσι ἀπότομα τή φωτεινὴν αὐτὴ ἐξελικτική πραγμάτωση τῆς ὕπαρξής του, ὅμως ἡ οὐσιαστικὴ προέκταση τῆς ὕπαρξης αὐτῆς, καὶ ποὺ εἶν’ αὐτή ἡ  οὐσία καί ἡ ποιότητα τοῦ ἁγνότατου ἐθνισμοῦ του, παραμένει ἀλώβήτη, καὶ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἴσως νὰ βρίσκεται παράποτε σὲ οὐσιώδη μὲ τὸ Ἔθνος ἐπαφή. Κι’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ἁγνότατοῦ του Ἐθνισμοῦ τὶς οὐσιώδεις ὑποθῆκες μοιάζει σήμερα νὰ ἐπικαλούμαστε, ὅσοι ὑπεύθυνοι γνωρίζουμε, ὅτι σὲ στιγμές ἱστορικές, καθὼς ἐτούτη ποὺ διαβαίνουμε, τὸ πιὸ ἐπεῖγον αἴτημα εἶναι μιά σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ ἀξιολόγηση τῶν ἴδιων μας ἀτομικῶν καὶ ὁμαδικῶν συγχρόνως εὐθυνῶν. Καὶ εἶναι βέβαιο πὼς στὸ αἴτημα αὐτό ὁ Ἴων Δραγούμης θἄχε ν’ ἀπαντήσει πράγματα οὐσιαστικά κι’ ἀνεπιφύλαχτα. Θὰ νἄλεγε, νομίζω:
          «Ἄν ἡ Ἑλλάδα, ὡς διαιώνια Ἐθνική Ἀξία, ἱεραρχικά, εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες ἀνεξαίρετα τίς ἐθνικὲς ἀξίες ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ ἀνάμεσα στοὺς αἰῶνες ὕπαρξή της απορρέει ἀπὸ τὴν ἴδια καθαρά καθολική Ἀνθρωπολογική Πνευματικήν Ἀρχή. Αὐτή ἡ ἴδια Ἀρχή τὴ συγκροτεῖ ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια, αὐτή ἡ ἴδια κάθε τόσο τὴ φωτίζει, αὐτὴ ἡ ἴδια κάθε τόσο τὴ μεταμορφώνει, αὐτὴ ἡ ἴδια ὣς σήμερα τὴν καθιστᾶ ὡς ἰδέα, μ’ ἕναν τρόπο, ἀνεξάρτητη ἀπ’ ὅλο τὸ μηχανοκίνητο, ποὺ ὀργιάζει αὐτή τήν ὥρα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τοῦ πλανήτη, ὁλόγυρά της, ντετερμινισμό. Αὐτὴ ἔδωσε γιὰ ὅλους τοὺς καιροὺς τὸ Μέτρο Ἀνθρώπου, δημιουργώντας σὲ πανάρχαια χρόνια τη «Θεανδρική» μορφή τοῦ Ἀπόλλωνα, σὲ πλησιέστερους αἰῶνες τὴν ἐξίσου «Θεανδρική μορφή τοῦ Ἰησοῦ, καὶ πάντα καὶ παντοῦ τὸ μέτρο ὁποιασδήποτε βαθειᾶς καὶ ἀληθινῆς Προσωπικότητας, ἀπὸ τὴν ὁποία προηγεῖται, τὴν ὁποία συνοδεύει κι’ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἕπεται, τὸ ὕψιστο κριτήριο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὁμαδικῆς ἢ ἀτομικῆς, τὸ περιούσιο κριτήριο τῆς Ἐλευθερίας. Ἀλλά καὶ γι’ αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο, αὐτή ἡ ἴδια Ἀρχὴ δὲν κλείνει τίποτε βαθειά της, ἀπ’ τ’ ἀφηρημένα καὶ τ’ ἀναιμικὰ γνωρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐσυνείθισε ὁ ἄρρωστος καιρός μας νὰ προσβλέπει πρὸς αὐτό πού λέμε Πνεῦμα. Ἀνταποκρίνεται ἀπεναντίας ὁλόκληρη πρὸς τὸ αἴτημα τῆς πιὸ συγκεκριμμένης καὶ οὐσιαστικῆς πληρότητας ζωῆς, καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ὀφείλει νὰ ξυπνᾶ βαθιά Σας τὸ βαθύτερο συγχρόνως κι’ ἀνδρικότερο, ἀντίκρυ στὴν ἀνεύθυνη ροὴ τῆς Ἱστορίας, ἐσωτερικό, ἀλλὰ κι’ ἂν ἡ ὥρα τὸ καλέσει, ἐξωτερικά πολεμικό ἀνταγωνισμό.
        »Τὸ ὅτι ἡ ὑπεύθυνη διαφώτιση ἐτούτης τῆς Ἀρχῆς, πρὸς ὅλες της συγχρόνως τὶς ἀπύθμενες διαστάσεις, καὶ ποὺ ὄφειλε ν’ ἀποτελεῖ τὴ βασική καταβολὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας, παραμελήθη, ἢ καλύτερα, ἀγνοήθηκεν οἰκτρά, αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀλήθεια, ὁποὺ Σεῖς οἱ ὑπεύθυνοι χρωστᾶτε νὰ τὴν ἀφυπνίζετε καὶ τὴ συνειδοποιεῖτε μέσα σ’ ὅλους. Γιατί ἀκόμα καὶ στὶς πτώσεις του, ὁ Ἑλληνικός λαός διατηρεῖ βαθιά του πάντα τὴ σφραγίδα τῆς ξεχωριστῆς ἀποστολῆς τῆς ἐθνικότητάς του καὶ τὴν κρύφια δυνατότητα νὰ νιώσει, ἀπ’ ὥρα σ’ ἄλλη, τὸ Ρυθμὸ καὶ τοὺς Κανόνες τῆς ἀνώτερης δημιουργικῆς ζωῆς.

      »Δουλέψτε Ἐσεῖς, ὅσο μπορεῖτε, ὅπως μπορεῖτε – ὑπάρχει ὁ δρόμος καὶ τὰ μέσα γιὰ ὅποιον θέλει – στὸν ὑπέρτατον αὐτὸ διαφωτιστικό ἐκπαιδευτικό σκοπό.

        »Αλλά γι’ αὐτό, συνειδοποιεῖστε ἀπόλυτα κι’ ὣς μὲ τὶς ρίζες τῆς ψυχῆς Σας, γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό Σας πρῶτα:
         »Πὼς ἡ ῾Ελλάδα, αὐτὴ τὴν ὥρα, καὶ τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ζητήσει, ἔχει ἀπάνω Σας, παρά ποτε, ἐξουσία θανάτου καὶ ζωῆς

 


ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Σαλαμίνα, 14 τοῦ Ὀχτώβρη 1940.

 

 

*Δημοσιεύθηκε στο ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΙΩΝΑ ΔΡΑΓΟΥΜΗ  τεύχος 342 της Νέας Εστίας (Έτος ΙΕ΄, Τομ. 29ος, 15 Μαρτίου 1941), σελ. 214-220.

 



 


 



Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.

Δημοφιλείς αναρτήσεις